Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Ο Καλός Φύλακας


Ο Καλός Φύλακας

Λένε πως η δικαιοσύνη είναι τυφλή, ή τουλάχιστον με αυτή την ατάκα την πλασάρουν στην αγορά. Καμιά φορά βέβαια, πιστεύω πως ίσως σηκώνει το μαντήλι με το οποίο της έχουνε δέσει τα μάτια και ρίχνει κλεφτές ματιές τριγύρω. Αυτό όμως είναι μια άλλη, μεγάλη κουβέντα, η οποία και δεν έχει θέση στο παρόν κείμενο.
Για ένα πράγμα είμαι σίγουρος: για τη βιασύνη της. Βιάζεται πολύ η σκύλα. Η δίκη μου διήρκεσε μόλις δύο ώρες (αν και για να είμαι ειλικρινής, έχω ακούσει και για συντομότερες). Δύο ώρες ήταν αρκετές ώστε η κυρά με το μαντήλι και τον ζυγό να αποφασίσει πως αυτό που μου άξιζε από εκεί και πέρα, ήταν να περάσω τα υπόλοιπα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής μου μέσα σε ένα κελί δέκα τετραγωνικών μέτρων. Επιπλέον, πίστευε πως με αυτό το τρόπο, όταν και αν έβγαινα από εκεί μέσα, θα ήμουν ένας άλλος, καλύτερος σύμφωνα με τα πρότυπά της άνθρωπος. Μόλις συμπέρανα πως εκτός από βιαστική είναι και αφελής. Μπορείς να αιχμαλωτίσεις ένα λιοντάρι για όσα χρόνια θέλεις, μα μόλις αυτά περάσουν, πάλι ένα λιοντάρι θα έχεις πίσω από τα κάγκελα. Μη με παρεξηγείς, δεν λέω πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν. Απλά πιστεύω πως το φάρμακο είναι λάθος. Πολύ λάθος. Ποιο είναι το σωστό; Δεν έχω ιδέα. Αλλά δε νομίζω να έχει ποτέ κανείς στην ιστορία της ανθρωπότητας μπει στο κόπο να ασχοληθεί σοβαρά για την ανακάλυψή του. Απλά έχουμε βρει την εύκολη λύση του εγκλεισμού και όλοι είναι εφησυχασμένοι και ευχαριστημένοι. Όμως έτσι είναι σαν να έχεις κλειδώσει ένα πρόβλημα σου σε κάποια σκοτεινή αποθήκη του εγκεφάλου, στη γειτονιά της οποίας το συνειδητό μυαλό σπάνια κάνει βόλτες. Ξεχνάς την ύπαρξή του, αλλά δεν το έχεις λύσει, δεν το έχεις διώξει. Μένει απλά κλειδωμένο πίσω από μια πόρτα. Και ο Άρχοντας Χρόνος που κρατάει όλα τα κλειδιά του σύμπαντος, κάποτε θα τις αναγκάσει να ανοίξουν, ξερνώντας από μέσα τους δαίμονες ικανούς να σε φάνε ζωντανό.
Θα μπορούσα να δηλώσω μεταμέλεια στο δικαστήριο για το έγκλημά μου και να έχω μειωμένη ποινή έως και στο μισό της τωρινής, όμως ποτέ δεν θεώρησα την πράξη μου ως εγκληματική, οπότε ένιωθα πως δεν είχα τίποτε για το οποίο έπρεπε να απολογηθώ. Φυσικά, θα μπορούσα να προσποιηθώ, και δεν θα κρύψω πως η συγκεκριμένη ιδέα πολιορκούσε με θέρμη το μυαλό μου. Όμως το αντάλλαγμα για την μισή ποινή, θα ήταν να πουλήσω και τη μισή μου ψυχή. Και τι είναι ένας άνθρωπος με μισή ψυχή; Μισός άνθρωπος. Μπορεί κάποιος να ζήσει έτσι; Ίσως ναι, ίσως όχι. Δεν θα το μάθω ποτέ. Το μόνο σίγουρο είναι, πως αν τελικά δήλωνα ψευδώς μεταμέλεια, τότε θα είχα κι εγώ τον δικό μου δαίμονα να παραφυλάει σε κάποια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου και να το στοιχειώνει για όσο αυτό είχε ζωή μέσα του.
Ακόμη έχω αμφιβολίες για το αν έκανα την σωστή επιλογή τότε. Παρόλα αυτά, παρηγορώ τον εαυτό μου λέγοντας του πως τουλάχιστον έκανα μία, γιατί ακόμη και μία κακή επιλογή είναι καλύτερη από τη μη-επιλογή, δηλαδή από το να αφήσεις το χρόνο να επιλέξει για σένα.
Αλλά και πάλι, τίποτε από τα παραπάνω δεν είναι αυτά που με ωθούν στο να γράψω αυτές τις γραμμές. Αυτό που θέλω με αυτά τα λόγια να μεταφέρω, είναι κάτι που δεν περίμενα ποτέ να ανακαλύψω, πόσο μάλλον εδώ μέσα. Είναι η ύπαρξη της μαγείας.
Ο δεύτερος φύλακας που ανέλαβε την πτέρυγα στην οποία βρίσκομαι, είναι ένας μυστήριος άνθρωπος. Μυστήριος, αλλά καλός και σίγουρα καλύτερος από τον πρώτο, ο οποίος ευτυχώς έμεινε για λίγους μόλις μήνες. Ο καινούριος (που παραμένει έως και τώρα, τόσα χρόνια μετά), πολλές φορές ικανοποιούσε τις επιθυμίες μου για διάφορα αντικείμενα, ακόμη κι αν αυτά ήταν απαγορευμένα σύμφωνα με τους κανόνες τις φυλακής. Και οι μερίδες των γευμάτων μου, πολλές φορές είχα την εντύπωση πως έρχονταν σε διογκωμένες ποσότητες. Είτε ήταν αυτό, είτε απλά το συρρικνωμένο μου στομάχι αδυνατούσε πλέον να τα βάλει μαζί τους.
Ήταν σχετικά κοντός, με μακρυά έως τους ώμους του μαλλιά, τα οποία ήτανε τόσο μαύρα που έμοιαζαν λες και τα έλουζε με μελάνι. Ο χαρακτηρισμός του ως μυστήριος, πήγαινε στο γεγονός πως δεν μιλούσε ποτέ. Δεν είχα ακούσει ποτέ τη φωνή του να αντηχεί σε αυτόν τον ατελείωτο διάδρομο με τα τρεμάμενα φώτα. Όμως δεν ήτανε μόνο η ομιλία. Αυτός ο άνθρωπος δεν επικοινωνούσε και με κανέναν άλλο τρόπο. Προφανώς άκουγε, από τη στιγμή που όπως είπα ικανοποιούσε κάποιες επιθυμίες μου και φαντάζομαι και των υπόλοιπων κρατουμένων, αλλά ποτέ δεν έκανε κάποια κίνηση με τα χέρια του, ή κάποια έκφραση με το πρόσωπό του, ώστε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ενός αμφίδρομου – έστω και στοιχειώδους – καναλιού επικοινωνίας. Αλλά και πως να γινόταν αυτό, από τη στιγμή που σχεδόν πάντα το μισό του πρόσωπο ήταν κρυμμένο πίσω από τα μαλλιά του. Τις ελάχιστες φορές που κατάφερα κάποιες γρήγορες ματιές εκεί, νομίζω πως είδα κάποια αρκετά μεγάλα και άσχημα σημάδια από πληγές ή εγκαύματα, οπότε και κατάλαβα γιατί κρυβόταν.
Έξι μήνες περίπου μετά τη φυλάκιση μου, και καθώς κοίταζα τον τεμαχισμένο σε τρεις κάθετες λωρίδες από τις μπάρες του παραθύρου έξω κόσμο, ο φύλακας πέταξε έναν φάκελο μέσα στο κελί μου. Έμοιαζε με γράμμα. Για ένα λεπτό δεν έκανα τίποτα. Μοναχά στεκόμουν όρθιος να κοιτάζω με απορία το λευκό φάκελο στο γκρίζο πάτωμα, ενώ ταυτόχρονα το μυαλό μου έκανε φύλλο και φτερό τις αναμνήσεις μου, ψάχνοντας για πιθανούς αποστολείς. Φυσικά, δεν βρήκε κανέναν. Δεν είχα κανέναν στον κόσμο που υπήρχε έξω από τα δέκα τετραγωνικά του κελιού μου.
Όπως αποδείχθηκε δύο λεπτά αργότερα, έκανα λάθος.
Ο φάκελος ήταν σφραγισμένος και κενός εξωτερικά. Τα ονόματα του αποστολέα και του παραλήπτη απουσίαζαν και για μια φευγαλέα στιγμή, ένιωσα τη βεβαιότητα ότι θα ήταν άδειος, κάτι το οποίο θα έβγαζε και περισσότερο νόημα.
Δεν ήταν άδειος.
Κουρνιασμένο και διπλωμένο μέσα στην αγκαλιά του, ήταν ένα φύλλο χαρτί. Τελικά, πράγματι ήταν ένα γράμμα.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και στάθηκα δίπλα στο παράθυρο για να εκμεταλλευτώ το λιγοστό φυσικό φως που με γοργό ρυθμό χανόταν. Οι σκιές από τις δύο μπάρες έκοβαν και τη σελίδα σε τρία κομμάτια. Διάβασα το γράμμα, και Θεέ μου πως έτρεξαν τα δάκρυα... Όπως ακριβώς και την επόμενη μέρα... Και την μεθεπόμενη...
Το γράμμα ήταν από μία νεαρή γυναίκα, άγνωστη σε εμένα. Δεν θα το μεταφέρω κατά λέξη, δεν νομίζω ότι έχει νόημα. Πιστεύω πως μικρή σημασία έχει ακόμη και το τι και πως το έγραφε. Είμαι σίγουρος πως ότι και να μου έλεγε, τα συναισθήματα που θα μου προκαλούσε θα ήταν και πάλι τα ίδια.
Εν ολίγοις, έγραφε πως βρισκόταν ανάμεσα στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της δίκης μου, πως ένιωθε κατανόηση, συμπόνοια αλλά και οργή, και ήθελε να ξέρω πως υπήρχε τουλάχιστον ένας άνθρωπος εκεί έξω που με θεωρούσε αθώο.
Ήταν κάτι τόσο απλό, και συνάμα τόσο μαγικό. Το διαβάζω κάθε μέρα τα τελευταία οκτώ χρόνια που έχουν περάσει από τη στιγμή που το έλαβα και κάθε μέρα νιώθω τις μαγικές του ιδιότητες, οι οποίες με έχουν κρατήσει ζωντανό όλο αυτό το διάστημα.
Κάθε φορά – και πίστεψέ με ήταν πάρα πολλές – που σκεφτόμαι να ζητήσω από τον καλό μου φύλακα ένα ξυράφι ή ένα κομμάτι σχοινί, διαβάζω αυτό το γράμμα, οι λέξεις του οποίου διώχνουν τις σκοτεινές μου σκέψεις μακρυά – έστω και προσωρινά. Με κάνει να νιώθω πως χρωστάω κάτι σε αυτή τη γυναίκα. Πως της χρωστάω να μείνω ζωντανός και πως αν βλάψω τον εαυτό μου θα είναι σαν να διαπράττω εσχάτη προδοσία προς το πρόσωπό της.
Το όνομά της βρισκόταν στο τέλος της σελίδας και μόλις το διάβασα, μία υπόσχεση δόθηκε αυτόματα από τον εαυτό μου, πριν καν προλάβω να την επεξεργαστώ συνειδητά. Ήταν σαν να μου επιβλήθηκε φασιστικά από κάποια ανώτερη δύναμη. Η υπόσχεση ήταν πως αν ποτέ έβγαινα από εδώ, θα έψαχνα να βρω αυτή τη γυναίκα, ότι και όσο κι αν μου κόστιζε.
Αν όλα αυτά ακούγονται υπερβολικά, υποθέτω δεν έτυχε ποτέ να έχεις κάποιον δίπλα σου – κυριολεκτικά ή νοητά – να σου προσφέρει μερικές λέξεις – προφορικές ή γραπτές – τις ημέρες που η ζωή σου περνούσε από σκοτεινές οδούς. Γιατί αυτή είναι η μαγεία στην οποία αναφέρομαι. Δεν είναι ούτε εξωτικά φώτα, ούτε φωνές από άλλες διαστάσεις, ούτε οράματα. Βρίσκεται στις λέξεις. Ένα λιτό γράμμα μίας άγνωστης, χωρίς δήθεν σοφές και ποιητικές εκφράσεις και υψηλό λεξιλόγιο, αλλά με απλά, καθημερινά λόγια, κατάφερε να με κρατήσει ζωντανό μέσα σε αυτή τη τρύπα για οκτώ ολόκληρα χρόνια. Αν αυτό δεν είναι μαγεία, τότε τι είναι;
Σήμερα, οκτώμισι χρόνια από τη μέρα που μπήκα εδώ μέσα, κάθομαι και γράφω αυτές τις σελίδες. Βρέχει ασταμάτητα από το προηγούμενο βράδυ και μια πυκνή ομίχλη έχει κάνει κατάληψη στην ευρύτερη περιοχή. Πάντα τον προτιμούσα έτσι τον καιρό. Σκέφτομαι πως έτσι όλοι οι άνθρωποι θα αναγκάζονται να κλείνονται μέσα, σαν κι εμένα. Ξέρω πως γίνομαι κακεντρεχής με τέτοιες σκέψεις, αλλά παρόλα αυτά τις κάνω.
Λίγες ώρες νωρίτερα, αφότου είχα επανέλθει από έναν ακόμη ύπνο δίχως όνειρα, συνέβη κάτι το απίστευτο. Τόσο απίστευτο, που σκέφτομαι μήπως τελικά ο ύπνος μου δεν ήταν και τόσο δίχως όνειρα όσο νόμιζα.
Όπως χιλιάδες πρωινά πριν από αυτό, εμφανίστηκε ο καλός μου φύλακας και αυτή τη φορά πέταξε μέσα κάτι που με πρώτη ματιά θα ορκιζόμουν πως ήταν τσιγάρο. Δεν με αδικώ, αφού εκτός του ότι έμοιαζε πάρα πολύ, ήταν και το νούμερο ένα παράνομο αντικείμενο ανάμεσα στις προτιμήσεις των κρατουμένων. Ήταν ένα μικρό κομμάτι χαρτί, κυλινδρικά τυλιγμένο, ενώ σε μήκος δεν ξεπερνούσε το μικρό δάχτυλο του χεριού μου. Μπορούσα να αισθανθώ την παρουσία του φύλακα που στεκόταν ακόμη πίσω από την πόρτα, αλλά δεν σήκωσα το κεφάλι να τον κοιτάξω. Όλη η προσοχή μου είχε στραφεί στο χαρτί. Το ξετύλιξα. Ήταν ένα σύντομο μήνυμα, το περιεχόμενο του οποίου, σε συνδυασμό με το τελεσίδικο ύφος του, προκάλεσαν έναν γαλαξία από ερωτηματικά να περιστρέφεται γύρω από το κεφάλι μου.
“Απόψε ή ποτέ”, ήταν οι λέξεις.
Σήκωσα το κεφάλι μου προς τη πόρτα και τώρα τα ερωτηματικά μετατράπηκαν σε θαυμαστικά. Ο φύλακας στεκόταν εκεί, σιωπηλός όπως πάντα, αλλά αυτή τη φορά, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν εννέα χρόνια, με κοίταζε κατάματα.
Μου πήρε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο ώστε να ξεχωρίσω την αδιανόητη αλήθεια μέσα στα μάτια του. Όχι! Όχι στα μάτια του, αλλά στα μάτια της. Γιατί δεν ήταν άντρας, ήταν γυναίκα. Και από τη πρώτη στιγμή, κατάλαβα και ποια γυναίκα ήταν, παρόλο που δεν την είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Η μεταμφίεσή της είχε πια εξαφανιστεί στα μάτια μου. Ήταν τόσο προφανές πλέον. Ίσως γι' αυτό να μην με κοίταζε ποτέ. Ίσως να ήξερε πως θα την καταλάβαινα από τη πρώτη στιγμή. Τα βλέμματά μας κλείδωσαν για μερικά δευτερόλεπτα, σαν να συνομιλούσαν μεταξύ τους, κλείνοντας μια συμφωνία που τα μυαλά μας δεν μπορούσαν να ακούσουν και να αντιληφθούν.
Έπειτα έφυγε, αφήνοντάς με γονατιστό στο πάτωμα για ώρες, να προσπαθώ να χωνέψω αυτό που τα μάτια μου είδαν. Πως είχε καταφέρει να τους ξεγελάσει όλους και να γίνει φύλακας; Πως πέρασε απαρατήρητη τόσο καιρό; Γιατί περίμενε τόσα χρόνια μέχρι να μου αποκαλυφθεί; Ποια ήταν τα κίνητρά της ώστε να κάνει όλα αυτά για έναν άγνωστο και να ρισκάρει τα πάντα; Την ίδια της τη ζωή! Μόλις συνειδητοποίησα πως τελικά δεν με ένοιαζαν και τόσο οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, έπιασα να γράψω αυτές τις σελίδες που κρατάς τώρα στα χέρια σου.
Αν πράγματι συνέβησαν όλα αυτά και δεν ήταν γέννημα της καταπιεσμένης φαντασίας μου, είμαι αρκετά σίγουρος για το τι ήθελε να μου πει με το τελευταίο της μήνυμα.
Δεν έχω ρολόι αλλά νομίζω πως έχουμε μπει στο απόγευμα, συνεπώς πρέπει σιγά σιγά να ολοκληρώσω. Έχω λίγες ακόμη ώρες ώστε να βρω κάποια κρυψώνα για αυτές τις έξι σελίδες. Υποθέτω πως θα τις βρεις, αργά ή γρήγορα.
Το γράμμα της με κράτησε ζωντανό για σχεδόν μία δεκαετία. Ελπίζω το δικό μου να κάνει το ίδιο και για σένα, όπως και το δικό σου για τον επόμενο μετά από σένα. Αντίο φίλε μου. Και να θυμάσαι: η μαγεία υπάρχει. Είναι εκεί όταν ακούς έναν πρόσωπό να σου μιλάει. Είναι εκεί όταν διαβάζεις γραμμένα τα λόγια κάποιου προς εσένα, όπως σε αυτό το γράμμα. Βρίσκεται παντού ανάμεσα στις λέξεις. Κοίτα προσεκτικά. Μπορείς να τη δεις; Μπορείς να τη νιώσεις;

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012


Το πλάσμα στο τελευταίο βαγόνι

Είμαι άστεγος εδώ και χρόνια τώρα, αν και, πόσα ακριβώς, μου είναι δύσκολο να προσδιορίσω. Ο χρόνος είναι κάτι προσωπικό και υποκειμενικό. Η ταχύτητά του εξαρτάται από τον τρόπο ζωής του καθενός. Είναι διαφορετικός για έναν πολυάσχολο, κοινωνικό άτομο και διαφορετικός για έναν άστεγο που ζει σε ένα εγκαταλελειμμένο τρένο. Εγώ είμαι ο δεύτερος, όπως μπορείτε να φανταστείτε.
Άστεγος μπορεί να είμαι, αλλά άμυαλος ή τρελός, όχι. Έχω και πτυχίο πανεπιστημίου, αν αυτό μπορεί να πει κάτι και θα το αφήσω και αυτό πίσω μαζί με την παρούσα δήλωσή μου. Αυτό που προσπαθώ να πω με τα παραπάνω, είναι πως όσα ακολουθούν, δεν είναι το παραλήρημα ή οι παραισθήσεις ενός παράφρονα. Όσα περιγράφονται συνέβησαν πραγματικά. Πλέον έχω και τις αποδείξεις για αυτό. Ωχ ναι, αποδείξεις. Φρικτές αποδείξεις που εύχομαι να μην είχα ανακαλύψει ποτέ.
Ζω στο νεκροταφείο τρένων, στην άκρη του σιδηροδρομικού σταθμού, όπου δεκάδες κουφάρια μεταλλικών δεινοσαύρων σαπίζουν, ένας Θεός ξέρει για πόσα χρόνια, και για πόσα ακόμη στο μέλλον. Το στομάχι ενός εξ’ αυτών αποτελεί κάθε φορά το σπίτι μου. Δεν είναι και τόσο άσχημα όσο ακούγεται. Η δυσωδία του αποσυντιθέμενου μετάλλου και της σκουριάς συνηθίζεται γρήγορα και η όραση προσαρμόζεται στην ζοφερή ατμόσφαιρα, ενώ μετά από τον πρώτο καιρό ο θόρυβος από τα τρένα που πηγαινοέρχονται κάθε μισή ώρα περίπου δεν είναι αρκετός ώστε να σε ξυπνήσει. Το χειρότερο είναι η παρουσία της πρωινής υγρασίας που συχνά συνοδεύεται από μια πυκνή και απόκοσμη ομίχλη. Τουλάχιστον αυτό πίστευα λίγες μέρες πριν.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο υπεύθυνος νεκροθάφτης αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να αντικαταστήσει το κουφάρι στο οποίο ζούσα για χρόνια με ένα νέο. Και όταν λέω νέο, εννοώ νέο στον θάνατο και όχι νέο στη ζωή. Για να είμαι ειλικρινής, αυτό φαινόταν πιο σάπιο από το προηγούμενο. Το δικαίωμα της επιλογής το είχα απολέσει από καιρό, οπότε αναγκάστηκα να εγκατασταθώ στο τελευταίο βαγόνι του καινούριου αυτού ενοίκου του νεκροταφείου.
Από τη πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου εκεί μέσα ένιωσα πως κάτι δεν πάει καλά, όμως το απέδωσα στην όποια νοσταλγία για το παλιό μου σπίτι και προσπάθησα να το αγνοήσω. Ίσως να ήταν και η περίεργη μυρωδιά που επικρατούσε στο εσωτερικό του. Την πρώτη νύχτα είχα έναν τρομερό εφιάλτη, όμοιό του οποίου δεν είχα ξαναδεί. Βρισκόμουν σε μια θάλασσα από λευκό υγρό, σαν γάλα, παλεύοντας να κρατηθώ στην επιφάνεια της. Αυτό ήταν εύκολο. Το πρόβλημα ήταν πως ένιωθα το υγρό να γίνεται όλο και πιο παχύρευστο και να με πνίγει, σφίγγοντας το κορμί μου, μέχρι τελικά να αποκτήσει στερεά μορφή και να με κρατήσει για πάντα στην αγκαλιά του.
Εξίσου έντονα θυμάμαι και αυτό που συνέβη τη δεύτερη νύχτα. Προσπαθούσα να κοιμηθώ στο ξεσκισμένο αλλά παρόλα αυτά άνετο στρώμα της κλινάμαξας, όταν άκουσα θορύβους έξω από το τρένο. Δεν σηκώθηκα, αλλά τέντωσα νοητά τα αυτιά μου ώστε να ακούσω καλύτερα και να διαπιστώσω τελικά ότι προέρχονταν από μια ομάδα ανθρώπων. Έμεινα ακίνητος και περίμενα μέχρι να φύγουν, μη θέλοντας να αποκαλυφθώ.
Ο χρόνος περνούσε, οι φωνές δεν έσβηναν και η περιέργειά μου μεγάλωνε. Συνεπώς, δεν άργησα να συρθώ μέχρι το παράθυρο και να σηκώσω αργά – αργά το κεφάλι μου ώστε να αποκτήσω οπτική επαφή με τον έξω κόσμο. Ήταν μια από τις συμμορίες, που συχνά περιφέρονται σε αυτά τα μέρη, διακοσμώντας με γκράφιτι τους νεκρούς.
Εκείνη τη νύχτα ήταν η σειρά του δικού μου τρένου, της νέας μου κατοικίας. Τους κοίταζα από το παράθυρο να φωνάζουν, να γελάνε, να καπνίζουν καθώς ζωγράφιζαν και θα ήμουν ο μεγαλύτερος ψεύτης του κόσμου αν δεν παραδεχόμουν πως τους ζήλευα, όχι λίγο, αλλά πολύ. Ίσως αυτό το συναίσθημα να ήταν εκείνο που με έκανε να σηκώσω ακόμη περισσότερο το κεφάλι μου, αποκαλύπτοντας έτσι άθελα τη θέση μου.
«Τι κάνεις εκεί γέρο;» (παρεμπιπτόντως δεν είμαι πάνω από 30) ρώτησε ο πρώτος από αυτούς που αντιλήφθηκε την παρουσία μου, στρέφοντας έτσι τα κεφάλια όλων των φίλων του προς το μέρος μου. Εκείνη τη στιγμή όλοι τους –καμιά δεκαριά – σταμάτησαν και σιώπησαν, κάνοντας ένα βήμα προς το παράθυρο από το οποίο κοιτούσα. Στα επόμενα λίγα δευτερόλεπτα, μέσα στο μυαλό μου έβλεπα ξεκάθαρα την εικόνα του εαυτού μου να ξυλοκοπείται, να βιάζεται και να δολοφονείται. Εκ των υστέρων βλέποντας τα πράγματα, ίσως τελικά αυτό να ήταν και το καλύτερο σενάριο.
Όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Αυτό που έλαβε χώρα, ήταν το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσα να φανταστώ: Αφού ανταλλάξαμε βλέμματα για λίγα δευτερόλεπτα, τα μέλη της συμμορίας άρχισαν να σκορπίζουν προς κάθε κατεύθυνση πανικόβλητοι, συναίσθημα το οποίο γινόταν φανερό από την μελωδία των ουρλιαχτών τους. Πριν προλάβω να αντιληφθώ τι είχε συμβεί, είχαν όλοι τους εξαφανιστεί μέσα στο σκοτάδι.
Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα, μπροστά στην τρέλα που ξεκίνησε την τρίτη νύχτα.
Προσπαθούσα και πάλι να αποκοιμηθώ. Ο θόρυβος αυτή τη φορά δεν ήρθε από έξω, άλλα μέσα από το τρένο. Ένα συνεχόμενο σύρσιμο που πήγαζε από το διάδρομο, αλλά πριν προλάβω να βγω και να το ελέγξω, με πρόλαβε αυτό. Αυτό; Αυτός; Ακόμη και τώρα δεν είμαι σίγουρος. Μια κοντή, σκοτεινή και ανθρωπόμορφη φιγούρα διέσχισε το ορθογώνιο άνοιγμα που ένωνε την κλίνη μου με τον διάδρομο.
Δεν ήταν μόνο το σώμα μου αυτό που πέτρωσε, αλλά και το μυαλό μου και οι σκέψεις μου. Το πλάσμα δεν φάνηκε να με αντιλήφθηκε εκείνη τη στιγμή, αφού το πέρασμα του από μπροστά μου ήταν συνεχές, προχωρώντας προς τα μπροστινά βαγόνια. Το ανατριχιαστικό σύρσιμο σύντομα χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου μαζί του.
Πιθανόν να βρισκόμουν ακόμη στην ίδια παγωμένη στάση, εάν το τρένο δεν ξεκινούσε να γλιστράει πάνω στις ράγες. Πανικοβλήθηκα. Δεν μπορούσα να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και να κάνω κάποια ενέργεια, οποιαδήποτε. Αδυνατούσα να κατανοήσω πως ήταν δυνατόν ένα χρόνια νεκρό όχημα σαν κι αυτό να έπαιρνε μπρος. Δεν θυμάμαι να είχε καν μηχανή.
Κάποια άγνωστη στιγμή σκέφτηκα να κατέβω από αυτό, αλλά ήταν πολύ αργά, καθώς η ταχύτητα που είχε ήδη αναπτύξει ήταν απαγορευτική για κάτι τέτοιο. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να κατευθυνθώ προς τα μπροστά. Ίσως τελικά να μετακινούσαν όλα τα εγκαταλελειμμένα τρένα από τον σταθμό, όπως είχαν κάνει και με το προηγούμενο σπίτι μου. Σε μια τέτοια περίπτωση, η σκιά που αντίκρισα στο διάδρομο θα ήταν απλά ο οδηγός. Αποφάσισα να τον πλησιάσω και να του ζητήσω να σταματήσει ώστε να κατέβω.
Εντός και εκτός του οχήματος επικρατούσε το απόλυτο σκοτάδι. Για μια στιγμή μόνο μπόρεσα να δω τα φώτα της πόλης που απλώνονταν στα νότια, όμως και αυτά σύντομα χάθηκαν πίσω από τους τοίχους των δέντρων που τώρα διέσχιζε η γραμμή του σιδηρόδρομου.
Διέσχισα τα τέσσερα βαγόνια όσο γρηγορότερα μπορούσα, προσπαθώντας παράλληλα να συγκρατήσω τη ψυχραιμία και την ισορροπία μου – σωματική και ψυχική. Εν μέρει το κατάφερα, αλλά όχι για πολύ, και αυτό διότι μόλις έφτασα στο πρώτο μετά την μηχανή βαγόνι, μία απαίσια μυρωδιά εισέβαλε βίαια στο οσφρητικό μου σύστημα και ένιωσα τον λαιμό μου να θέλει να εκραγεί από την αηδία. Συνειδητοποίησα πως αυτή η μπόχα πήγαζε από παντού μέσα στο θεοσκότεινο βαγόνι. Συνέχισα ευθεία μπροστά στο διάδρομο, αν και μου ήταν αδύνατο να δω το οτιδήποτε. Η πόρτα της μηχανής ήταν κλειστή και, χωρίς να ξέρω το πραγματικό λόγο, πριν προσπαθήσω να την ανοίξω κόλλησα το πρόσωπό μου πάνω της ώστε να κοιτάξω από την κλειδαρότρυπά. Η κοντή φιγούρα ήταν εκεί, ακίνητη και αμίλητη. Ήταν τόσο σκοτεινά όμως που, αν κοίταζε μπροστά ή προς το μέρος μου, δεν μπορούσα να πω. Το πιο ανησυχητικό πράγμα όμως, ήταν το γεγονός πως οι προβολείς ήταν σβηστοί και το τρένο φαινόταν να πορεύεται στα τυφλά, συνεχώς επιταχυνόμενο.
Φυσιολογικά, θα έπρεπε να προσπαθήσω να ανοίξω την πόρτα, ή έστω να την χτυπήσω, όμως ο φόβος, ο φόβος του αγνώστου πίσω της αλλά και η έντονη, σχεδόν βέβαιη, αίσθηση ότι βρισκόμουν υπό παρακολούθηση, απώθησαν τα χέρια μου από αυτή και με έστειλαν πίσω, στο τελευταίο βαγόνι και στην σκοτεινή γωνία που είχα διαλέξει να ονομάσω σπίτι μου δύο ημέρες πριν.
Η νύχτα ήταν ατελείωτη και το άγνωστο του προορισμού την μεγάλωνε ακόμη πιο πολύ. Θυμάμαι τον εαυτό μου να θεωρεί σίγουρο το γεγονός πως θα ξημέρωνα σε κάποια άλλη χώρα. Αλλά και πάλι τι διαφορά θα είχε; Ήμουν ένας άστεγος. Η χώρα μου ήταν τα τρένα.
Προς έκπληξη μου, κάποια στιγμή μέσα στην νύχτα αποκοιμήθηκα, και όταν ξύπνησα είχε αρχίσει να ξημερώνει. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και παρατήρησα δύο πράγματα: Το πρώτο ήταν μία ομίχλη τέτοιας πυκνότητας, που νόμιζες πως βρισκόσουν μέσα σε αεροπλάνο που πετούσε  ανάμεσα στα σύννεφα. Το δεύτερο, ήταν πως το τρένο είχε επιβραδύνει και από στιγμή σε στιγμή θα σταματούσε. Σηκώθηκα και έβγαλα το κεφάλι μου από το παράθυρο. Το μόνο που κατάφερνε να δηλώσει την παρουσία του ανάμεσα στην βασιλεύουσα ομίχλη ήταν μια σειρά από γυμνά δέντρα παράλληλα στο σιδηρόδρομο. Ακόμη και με καθαρή ατμόσφαιρα όμως, αμφιβάλλω αν θα κατάφερνα να προσδιορίσω το που βρισκόμουν.
Με ταχύ βάδισμα κατευθύνθηκα και πάλι προς τα μπροστινά βαγόνια, αποφασισμένος αυτή τη φορά να ανοίξω την πόρτα της μηχανής και να αντιμετωπίσω τον οδηγό που βρισκόταν πίσω της. Μόλις πέρασα στο δεύτερο (από μπροστά) βαγόνι, το τρένο σταμάτησε. Μόλις πέρασα στο πρώτο, εγώ ήμουν αυτός που σταμάτησε, επί τόπου. Ακόμη απορώ πως δεν έκανε το ίδιο και η καρδιά μου. Ω Θεέ μου, μακάρι να το είχε κάνει!
Το λιγοστό φως του πρωινού ήταν αρκετό ώστε να μου αποκαλύψει αυτό το απαίσιο, φρικτό θέαμα, το οποίο μου απέδειξε με τον χειρότερο τρόπο γιατί το προηγούμενο βράδυ ένιωθα πως κάποιος με παρακολουθούσε και γιατί κόντεψα να ξεράσω από την αποκρουστική μυρωδιά που αιωρούταν σε αυτό το βαγόνι.
Τα λευκά πλάσματα ήταν στοιβαγμένα στις θέσεις εκατέρωθεν του διαδρόμου. Η σκέψη και μόνο πως περπατούσα στον διάδρομο ανάμεσά τους το προηγούμενο βράδυ με κάνει να θέλω να ουρλιάξω. Για τα ίδια, τι να πω, ήταν ειδεχθή.  Με αρκετή δόση υπερβολής, μπορούσες να πεις πως ήταν ανθρωπόμορφα στην όψη. Κοκκαλιάρικες λευκές μάζες από λεπτό δέρμα, με άνισου μεγέθους πόδια και χέρια. Από διάφορα, κατά τα φαινόμενα τυχαία, σημεία στο σώμα τους εξείχαν αποκρουστικοί όγκοι ακανόνιστων μεγεθών που έμοιαζαν έτοιμοι να εκραγούν, απελευθερώνοντας στο περιβάλλον κάτι αναμφίβολα περισσότερο εμετικό από απλό αίμα. Το χειρότερο σημείο όμως ήταν τα μεγάλα, στρογγυλά, άτριχα κεφάλια τους, με το πρόσωπό τους… Θεέ μου δεν είχαν πρόσωπο. Δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο περισσότερη λευκή σάρκα χωρίς κανένα χαρακτηριστικό που να θύμιζε άνθρωπο, ή έστω κάποιο γνωστό ζώο. Δεν είχαν μάτια, αλλά ήμουν σίγουρος, το ένιωθα, πως με κοίταζαν, και τα περίπου σαράντα από αυτά.
Τότε η πόρτα της μηχανής άνοιξε και από αυτήν ξεπρόβαλε ακόμη ένα από αυτά, πιθανόν το ίδιο που είδα χθες να περνά έξω από το δωμάτιό μου. Προχώρησε στο διάδρομο, προς το μέρος μου. Εγώ έστεκα τρομοκρατημένος. Είχα την αίσθηση πως ακόμη και αν ήμουν σε θέση να κουνήσω τα πόδια μου και να τρέξω με όλη μου τη δύναμη προς την αντίθετη κατεύθυνση, θα ήταν άσκοπο. Υπήρχαν σαράντα από αυτούς τους δαίμονες, ήμουν πλέον δικός τους.
Όμως, αντί να με φάνε ζωντανό όπως θεωρούσα βέβαιο εκείνη τη στιγμή, ο οδηγός άλλαξε κατεύθυνση και κατέβηκε από το τρένο. Το ίδιο έκαναν και οι ακόλουθοί του, σέρνοντας τις μάζες που είχαν για σώματα. Παρόλο που την είχα μόλις γλιτώσει, ένιωθα απίστευτη αηδία στο στομάχι μου. Αναρωτήθηκα μήπως τελικά δεν με είδαν. Μήπως η έλλειψη ματιών τα έκανε τυφλά. Αλλά όχι, μπορούν να δουν, για αυτό είμαι πλέον απόλυτα σίγουρος.
Όταν είχαν όλα τους αποβιβαστεί στάθηκα στο κατώφλι της πόρτας και κοίταξα έξω στο ομιχλώδες τοπίο όπου με περίμενε ακόμη ένα απίστευτα τρελό θέαμα. Το τρένο είχε σταματήσει μόλις ελάχιστα χιλιοστά από την άκρη ενός γκρεμού. Που στην ευχή βρισκόμουν;
Τα λευκά πλάσματα προχωρούσαν τεμπέλικα προς την άκρη του γκρεμού και μόλις έφτασαν, άρχισαν να βυθίζονται μέσα σε αυτόν. Προφανώς με την βοήθεια κάποιας σκάλας που μου ήταν αδύνατο να εντοπίσω από εκεί που στεκόμουν.
Όμως μόλις είχαν όλα τους εξαφανιστεί, επιβεβαιώθηκα για την παρουσία της. Αποτελούταν από στενά σκαλοπάτια σκαλισμένα στο πέτρινο τοίχωμα του γκρεμού και κατέβαιναν μέσα σε αυτόν. Σε ποια απόσταση βρισκόταν ο πάτος του, η ομίχλη δεν σου επέτρεπε να υποθέσεις. Έριξα μια ματιά γύρω μου και ξεκίνησα να κατεβαίνω.
Ήταν ατελείωτη, η κατάβαση. Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι σίγουρος για το ακριβές ύψος, αλλά είμαι σίγουρος πως ήταν άνω του ενός χιλιομέτρου. Σε πολλά σημεία, παρατήρησα περίεργα σημάδια στα τοιχώματα δίπλα στα σκαλοπάτια. Ήταν μεγάλες ευθείες γραμμές χαραγμένες σε αυτό, σαν αυτό το φαράγγι να είχε άτσαλα δημιουργηθεί από ένα κολοσσιαίο μαχαίρι κάποιου ξεχασμένου Θεού. Η ομίχλη γινόταν όλο και πυκνότερη κάνοντας κάθε μου βήμα να είναι εν δυνάμει το τελευταίο σε αυτό τον κόσμο.
Όταν έφτασα στη βάση παρόλα αυτά, η ομίχλη εξαφανίστηκε. Όχι παντού, μονάχα μέχρι δύο μέτρα πάνω από το έδαφος. Από εκεί και πάνω κυριαρχούσε στα πάντα όπως και πριν. Έμοιαζε σαν ένας δεύτερος ουρανός και το έδαφος κάτω από τα πόδια μου μια δεύτερη Γη. Η σκέψη με έκανε να ανατριχιάσω.
Κρύφτηκα πίσω από μια ομάδα βράχων και κοίταξα προς το κέντρο του φαραγγιού, όπου είχαν ήδη συγκεντρωθεί τα λευκά τερατουργήματα. Το έδαφος ήταν επίπεδο, και στον απέναντι τοίχο υπήρχε μία σειρά από μαύρες τρύπες. Σπηλιές.
Ένας ξαφνικός και αποκρουστικός ήχος με έκανε να κλείσω τα αφτιά μου, χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα βέβαια. Έμοιαζε με τον ήχο ενός λαιμού που πνίγεται, μόνο που ήταν πιο λεπτός, σαν στριγκλιά, και σε συνδυασμό με τον αντίλαλο σε έκανε να νιώθεις πως τα αφτιά σου θα εκραγούν προς το εσωτερικό τους. Κατάφερα να κοιτάξω προς τα πλάσματα, και τότε συνειδητοποίησα πως εκείνα ήταν αυτά που τον παρήγαγαν, αν και από ποια ανύπαρκτη τρύπα του σώματός τους έβγαινε στην ατμόσφαιρα, δεν θέλω να ξέρω.
Ο ήχος εξαφανίστηκε το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε και αποφάσισα πως είχα ήδη δει αρκετά. Όμως πριν κάνω την κίνηση να φύγω, είδα κάτι να ξεπροβάλει από τις απέναντι σπηλιές. Ήταν μικρά, μαύρα, τετράποδα πλάσματα που έμοιαζαν με σκυλιά αν και είμαι βέβαιος πως δεν ήταν. Προχωρούσαν αργά και διστακτικά προς τους λευκούς δαίμονες που τους περίμεναν. Ήμουν μακριά, αλλά μου φαίνεται πως έδειχναν τρομοκρατημένα. Και με το δίκιο τους. Μάλλον ήξεραν τι θα ακολουθήσει.
Ήταν μακελειό, αν και αίμα δεν υπήρξε. Ήταν χειρότερο. Τα άσπρα ανθρωπόμορφα τερατουργήματα άρπαζαν τα τετράποδα και τα έφερναν εκεί όπου θα έπρεπε να υπήρχαν πρόσωπα και στόματα. Η έλλειψή τους όμως, δεν τους εμπόδισε να τραφούν. Το δέρμα τους άρχιζε να γίνεται ένα με αυτό των μικρών τετράποδών, τα οποία λίγο-λίγο χάνονταν μέσα στη λευκή μάζα. Οι κραυγές τους ήταν εφιαλτικές, χειρότερες και από εκείνες λίγο νωρίτερα και ήταν αυτές που μου έδωσαν την τελική κλωτσιά ώστε να σηκωθώ και να εξαφανιστώ.
Έτρεξα και ξεκίνησα να ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, δύο σε κάθε δρασκελιά, αδιαφορώντας για το αν αυτό πιθανότατα με οδηγούσε στον θάνατό μου. Δυστυχώς όμως δεν έχασα την ισορροπία μου και δεν σκοτώθηκα. Γύρισα στο τρένο και πίσω στο βαγόνι μου, εξουθενωμένος. Εκεί, λιποθύμησα.
Όταν συνήλθα, ήμουν στην ίδια θέση μέσα στο τελευταίο βαγόνι, αλλά πίσω στο σταθμό. Αυτό συνέβη δύο ώρες πριν από αυτή τη στιγμή που κάνω τη δήλωσή μου. Ξέρω τι σκέφτεστε, πως όλα ήταν απλά ένα όνειρο. Αλλά δεν ήταν. Πριν δύο ώρες τα κατάλαβα όλα. Θυμήθηκα τη περίεργη μυρωδιά και την ανασφάλεια με το που μπήκα σε τούτο το τρένο την πρώτη μέρα. Τον εφιάλτη. Την συμμορία που το έβαλε πανικόβλητη στα πόδια τη δεύτερη. Την αντίδραση των πλασμάτων στην παρουσία μου την τρίτη. Είχε ήδη ξεκινήσει να συμβαίνει από τη πρώτη μέρα.
Πριν δύο ώρες, μόλις ανέκτησα τις αισθήσεις μου, κάθισα με τη πλάτη στον τοίχο του διαδρόμου. Έβαλα το χέρι μου στο πρόσωπο σκουπίζοντας τα χείλη μου και τη μύτη μου που παρουσίαζαν διαρροές. Έπειτα το πέρασα μέσα από τα μαλλιά μου. Δεν είχα μαλλιά. Τα τρεμάμενα πλέον χέρια μου, πήγαν στα μάτια μου. Δεν είχα ούτε μάτια. Τα αφτιά μου ήταν ακόμη εκεί, αλλά μόνο τα μισά. Εξαπλώνεται γρήγορα.

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Μιούχνας



Μιούχνας

«Να εγερθούν οι εκπρόσωποι των κατηγορουμένων παρακαλώ.
«Μέλη της κατηγορούμενης φυλής των Μιούχνας, μέλη των υπόλοιπων 127 φυλών. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Γαλαξιακής Ένωσης των 128, δίκασε και λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν έλαβε την απόφασή του.
«Η φυλή των Μιούχνας κατηγορείται για τα ακόλουθα αδικήματα: ανάπτυξης πολεμικής τεχνολογίας, πράξεων πολέμου ενάντια σε έτερα μέλη της Ένωσης, πράξεων πολέμου μεταξύ μελών της ίδιας φυλής, γενοκτονίας της φυλής των Φλίντονς, εκμετάλλευσης κατώτερης νοημοσύνης ζωντανών οργανισμών, καταστροφής φυσικών πόρων πλανητών, τάσεις εκτός ορίων επεκτασιμότητας, ανάπτυξης οικονομίας βασισμένη σε νόμισμα, ρατσισμού, εκφοβισμού, παρουσίασης ανισοτήτων μεταξύ των μελών της φυλής και δημιουργίας κυβέρνησης.
«Με ψήφους 127 - 0, το Ανώτατο Δικαστήριο της Γαλαξιακής Ένωσης των 128 βρίσκει τους κατηγορούμενους ένοχους για όλες της κατηγορίες, και επιβάλλει τις ακόλουθες ποινές: Αποβολή της φυλής των Μιούχνας από την Ένωση και εξορία διάρκειας δύο χιλιάδων πρότυπων ετών από κάθε κατοικήσιμο πλανήτη. Τα μέλη της φυλής θα επιβιβαστούν σε στόλο που θα παραχωρηθεί από την Ένωση και θα εκτίσουν την ποινή της εξορίας τους στο διάστημα».
Προφανώς, κατατέθηκε έφεση και προφανώς, απορρίφθηκε.
Προφανώς υπήρξαν βίαιες αντιδράσεις από την πλευρά των καταδικασθέντων και προφανώς, δεν κράτησαν για πολύ. Η ποινή εκτελέστηκε και οι Μιούχνας θα περνούσαν τις υπόλοιπες δύο χιλιετίες επιπλέοντας στο διάστημα.
Ήταν η αυστηρότερη ποινή που είχε επιβληθεί ποτέ στην ιστορία της Ένωσης. Η αλήθεια είναι όμως, πως κανείς δεν λυπήθηκε ιδιαίτερα τους εξόριστους, αφού πήγαιναν γυρεύοντας. Ίσως η μόνη λύπηση να ήταν για την χαμηλή τους νοημοσύνη. Πως είναι δυνατόν να πίστευαν πως θα έκαναν αυτά που έκαναν χωρίς να έρθει η μέρα να πληρώσουν; Βέβαια, ήταν κοινό μυστικό ανάμεσα στις φυλές, πως οι Μιούχνας επιδίωκαν να βγουν από την Ένωση. Οι φιλοσοφίες τους δεν συμβάδιζαν. Ήθελαν να ζήσουν με τον δικό τους - μοναδικό - τρόπο χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν.
Τελικά πάντως, τον πέτυχαν το στόχο τους. Έφυγαν από την ένωση. Ή καλύτερα, τους έφυγαν από την Ένωση. Το τίμημα όμως, ήταν φυσικά πολύ βαρύ. Δύο χιλιάδες πρότυπα χρόνια ήταν ένα τεράστιο χρονικό διάστημα, ειδικά για όντα με μέση διάρκεια ζωής σαν τη δική τους. Ίσως στο τέλος της εξορίας να μην είχε απομείνει κανείς και πιθανόν αυτός να ήταν και ο απώτερος σκοπός της ποινής.
Κατά τη διάρκεια των αιώνων, οι εξόριστοι λάμβαναν σποραδικά, διάφορα μηνύματα από την Ένωση, κυρίως όταν πλησίαζαν σε κάποιον κόσμο στον οποίο δεν είχαν δικαίωμα να πλησιάσουν. Λίγο πριν την ολοκλήρωση της πρώτης χιλιετίας παρόλα αυτά, τα μηνύματα έπαψαν να έρχονται, κάτι που εξήρε την περιέργεια των Μιούχνας.
Αφού επισκέφθηκαν διάφορους πλανήτες που άνηκαν σε άλλες φυλές, ήταν πλέον σίγουροι.
Είχαν όλοι τους εξαφανιστεί. Όλες οι πόλεις τους σε πλανήτες και διάστημα ήταν άδειες, ενώ δεν υπήρχε κανένα ίχνος κυκλοφορίας άλλων διαστημοπλοίων.
Είχαν μείνει μόνοι τους. Ένας ολόκληρος γαλαξίας για την πάρτη τους. Αυτό που πάντα ήθελαν δηλαδή, σύμφωνα με τους πρώην συμμάχους τους. Το τι συνέβη όμως, αν εξαφανίστηκαν από κάποια καταστροφή ή αν έφυγαν από μόνοι τους, δεν θα μαθαίνονταν ποτέ.
Έτσι, οι ελεύθεροι πια Μιούχνας, έμειναν μόνοι τους με το δίλημμά τους. Να εγκατασταθούν σε κάποιον από τους πρώην κατοικημένους πλανήτες ώστε να έχουν κάποια τεχνολογία και περισσότερες ανέσεις ή να τα αφήσουν όλα πίσω και να ξεκινήσουν από την αρχή;
«Κοίτα να δεις που τελικά η τιμωρία έπιασε τόπο», θα έλεγε κάποιος από τους δικαστές αν μάθαινε για την απόφαση που πήραν τελικά οι Μιούχνας. Ήξεραν πολύ καλά για τις πράξεις των προγόνων τους, για τις οποίες πλήρωναν τώρα και οι ίδιοι και δεν ήθελαν να ενθαρρύνουν τις πιθανότητες να τις επαναλάβουν και αυτοί στο μέλλον.
Συνεπώς, προσγειώθηκαν στον πρώτο άδειο πλανήτη που μπορούσε να υποστηρίξει τους οργανισμούς τους και ξεκίνησαν ξανά. Η μόνη τεχνολογία που είχαν ήταν τα διαστημόπλοια, προίκα της πρώην Ένωσης. Όμως και αυτά σύντομα εγκαταλείφθηκαν και με το πέρασμα των αιώνων θάφτηκαν κάτω από της ερήμους και τις θάλασσες του νέου αυτού κόσμου.
Ακόμη και χωρίς τεχνολογία όμως, η Μιούχνας τα κατάφερναν καλά. Έπιαναν τα χέρια τους. Δεν άργησε η μέρα που έχτισαν την πρώτη τους πυραμίδα.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι



Αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι

1

Το αδύναμο πορτοκαλί φως ήταν πάλι εκεί! Για τρίτη συνεχόμενη νύχτα ήταν εκεί. Και όπως τις προηγούμενες φορές, γεννιόταν λίγο πριν τη γραμμή των δέντρων και χανόταν βιαστικά μέσα σε αυτά. Ο Τζον μπορούσε να διακρίνει αυτό το “βιαστικά” ακόμη και από τόσο μακρυά, ακόμη και από τόσο ψηλά. Αυτό που δεν μπορούσε να διακρίνει από το παράθυρό του, ήταν το ποιος κρατούσε αυτό το φως. Αν ήταν άνθρωπος. Θα μπορούσε να είναι ένα μαγικό φως σαν αυτό που είδε να πέφτει μέσα στο δάσος πριν δέκα νύχτες. Γιατί εκείνο το φως ήταν σίγουρα μαγικό. Πως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει μια λευκή φωτεινή σφαίρα που έκανε κατακόρυφη βουτιά από τον ουρανό μέσα στην καρδιά του δάσους;
Όμως δεν ήταν πολλοί οι μάρτυρες εκείνου του μυστήριου φαινομένου, παρά μόνο τα παιδιά των οποίων το δωμάτιο βρισκόταν στη βόρεια πτέρυγα και μόνο εκείνα που αντί να κοιμούνται χάζευαν τον έξω κόσμο από τα παράθυρά τους τη συγκεκριμένη μοναδική στιγμή. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν πίστεψαν λέξη από όσα ο Τζον και οι άλλοι έξι τους περιέγραψαν την επόμενη μέρα. Έτσι, κι εκείνοι σταμάτησαν αμέσως τις προσπάθειές τους, πριν οι περιγραφές τους φτάσουν στα αφτιά των μεγάλων και τα πράγματα γίνουν πιο σοβαρά.
Το δάσος είχε πλέον καταπιεί το φως που τρεμοπαίζοντας έντονα μπήκε μέσα του. Ήταν λες και το ίδιο το φως φοβόταν να συνεχίσει βαθύτερα. Όμως ο κουβαλητής του φαίνεται να είχε περισσότερο θάρρος κι έτσι το φως δεν είχε άλλη επιλογή.
Αλλά ποιος είναι; Ποιος να είναι εκεί έξω μέσα στα άγρια μεσάνυχτα; αναρωτήθηκε ο Τζον, συνεχίζοντας να κοιτάζει το τοίχος από δέντρα, το οποίο φαινόταν να λέει αυστηρά στο διπλανό λιβάδι: «Ως Εδώ!»
Στο μυαλό του ήρθαν τώρα οι δύο γείτονές του και καλύτεροί του φίλοι. Η Μαίρη και ο Λούκας. Άραγε να ήταν ξύπνιοι; Και αν ναι, έβλεπαν και αυτοί το φως να μπαίνει στο δάσος; Θα μπορούσε να περάσει κρυφά στα δωμάτιά τους και να δει, αλλά αυτό ήταν μια ενέργεια που περιείχε σημαντικό ρίσκο. Σκέφτηκε τι είχε συμβεί την προηγούμενη φορά που - έχοντας άγνοια κινδύνου - επιχείρησαν να κάνουν κρυφά βόλτες το βράδυ και η ιδέα απορρίφθηκε από μόνη της. Θα τους ρωτούσε το πρωί, δε χάθηκε και ο κόσμος. Με αυτό στο μυαλό, ξάπλωσε και κοιμήθηκε.

2

«Τι ώρα;» ρώτησε ο Λούκας, αναμιγνύοντας τα κατσαρά μαλλιά του με τα χέρια του.
«Δε ξέρω», απάντησε ο Τζον. «Γύρω στα μεσάνυχτα».
«Μπα, κοιμόμουν σίγουρα εκείνη την ώρα».
«Κι εγώ το ίδιο», είπε η Μαίρη απαντώντας στο βλέμμα του Τζον που φαινόταν να της θέτει την ίδια ερώτηση.
«Όμως και οι δύο είδατε...» Κοίταξε τριγύρω και χαμηλώνοντας την ένταση της φωνής του σε ψίθυρο συνέχισε: «Την άσπρη σφαίρα. Μπορεί να έχει να κάνει κάτι με αυτό».
«Και;» ρώτησε απορημένος ο Λούκας.
«Και...δεν ξέρω», είπε ο Τζον ξεφυσώντας. «Αλλά νιώθω ότι κάτι πρέπει να κάνουμε για αυτό. Να το εξερευνήσουμε».
«Είσαι τρελός; Δεν μπορούμε να βγούμε από εδώ μέσα».
«Την άλλη βδομάδα είναι η εκδρομή στο δάσος», παρατήρησε η Μαίρη πριν κατεβάσει χωρίς δεύτερη αναπνοή το γάλα της.
«Σωστά! Θα είναι ευκαιρία να εξερευνήσουμε. Δεν έχουμε ξαναπάει εκδρομή από τότε που συνέβη. Ίσως κάτι να έχει αλλάξει εκεί μέσα».
Σε λίγες μέρες. Αλλά ποιος περίμενε λίγες μέρες; Πως μπορείς να σταματήσεις έναν δεκάχρονο από την εξερεύνηση ενός δάσους στο οποίο εμφανίζονται μαγικά φώτα; Η απάντηση είναι μία: Δεν μπορείς!
Ειδικά όταν το ίδιο βράδυ το φως των τελευταίων τριών ημερών δεν εμφανίστηκε, ο Τζον άρχισε να ανησυχεί. Φοβόταν ότι την επόμενη εβδομάδα θα ήταν πολύ αργά. Φοβόταν πως όποια μαγεία είχε φέρει η λευκή σφαίρα στο δάσος χάνονταν μέρα με τη μέρα, και όταν θα το επισκέπτονταν θα είχε εξαφανιστεί τελείως. Ο Τζον δεν θα το άντεχε κάτι τέτοιο.
Έτσι, μετά από μία ώρα έντονης διαμάχης με τον ίδιο του τον εαυτό για το τι έπρεπε να κάνει, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιό του.

3

«Λουκ;»
Ο Λούκας σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο που διάβαζε και η ανησυχία ανέλαβε να παραμορφώσει το πρόσωπό του αναλόγως.
Αυτό το καταραμένο βιβλίο, σκέφτηκε ο Τζον. Δεν έχει βαρεθεί να το διαβάζει; Από τότε που θυμόταν τον φίλο του, πάντα διάβαζε το ίδιο άτιτλο βιβλίο.
«Τι κάνεις εδώ; Αν σε δουνε-»
«Θα βγω έξω», τον διέκοψε ο Τζον κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Στο δάσος, τώρα. Έρχεσαι;»
«Τι; Είσαι με τα καλά σου; Είπαμε την άλλη εβδομάδα στην εκδρομή».
«Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι τότε».
«Γιατί; Τι σε έπιασε;»
«Δε μπορώ να το εξηγήσω, αλλά πρέπει να πάμε το συντομότερο. Θα έρθεις;»
«Όχι, δεν θα έρθω», απάντησε ο Λούκας φανερά εκνευρισμένος. «Και ούτε εσύ θα πας. Πήγαινε δίπλα και κοιμήσου. Θα τα πούμε αύριο». Έσβησε το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι του, ξάπλωσε και χώθηκε ολόκληρος κάτω από την κουβέρτα.
«Θέλεις να έρθεις Λούκας, το βλέπω πεντακάθαρα. Αλλά φοβάσαι. Παραδέξου το».
Το κατσαρό κεφάλι του Λούκας ξετρύπωσε από τα σκεπάσματα και του απάντησε: «Ναι, το παραδέχομαι ότι φοβάμαι. Φύγε τώρα πριν έρθει κανείς».
«Τελευταία σου λέξη;»
«Κοιμόμουν ήδη όταν ήρθες. Δεν μιλήσαμε ποτέ. Τελευταία φορά που σε είδα ήταν το απόγευμα στο θερμοκήπιο».
«Εντάξει», ψιθύρισε ο Τζον στον εαυτό του και επέστρεψε στο δωμάτιό του.
Άδειασε όλα τα ρούχα από την ντουλάπα και τα στοίβαξε στο κρεβάτι, κάτω από την κουβέρτα του. Κοίταξε στο δημιούργημά του και παρατήρησε ότι ήταν υπερβολικά παχύ. Επέστρεψε μερικά στη ντουλάπα και όταν ικανοποιήθηκε από το αποτέλεσμα βγήκε ξανά από το δωμάτιο.
«Μαίρη;»
Βρήκε τη Μαίρη στο κρεβάτι της όπως και τον Λούκας, αλλά σε αντίθεση με εκείνον, το φως ήταν κλειστό και η φίλη του κοιμόταν. Μισός μέσα και μισός έξω από το δωμάτιό της, έλεγξε το διάδρομο και ξαναψυθίρισε: «Μαίρη!»
Αλλά η Μαίρη κοιμόταν και το πήρε απόφαση ότι θα πήγαινε μόνος.
Με τα παπούτσια του στο χέρι, κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.

4

Ήταν πολύ ευκολότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Εκτός από τον φύλακα στην κεντρική είσοδο, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Και με τόσα πολλά παράθυρα να υπάρχουν στο κτήριο, δεν είχε καμία δουλειά να περάσει έστω και λίγο κοντά του. Ο μόνος εχθρός που θα μπορούσε να εμφανιστεί ήταν ο αέρας, ανοίγοντας διάπλατα το παράθυρο από το οποίο ο Τζον βγήκε στο προαύλιο. Και αν κάποιος το έβλεπε, θα το έκλεινε από μέσα. Και αν κάποιος το έκλεινε από μέσα, ο Τζον καλύτερα να μην επέστρεφε ποτέ.
Το προαύλιο ήταν εξίσου έρημο με το εσωτερικό του κτηρίου, παρόλα αυτά ο Τζον έτρεξε όσο γρηγορότερα του επέτρεπαν τα κοντά του πόδια προς τον φράκτη. Κουλουριάστηκε στη βάση του και περίμενε μερικές στιγμές να πάρει ανάσες και να ελέγξει ξανά τον περίγυρο του. Παρά την ευκολία με την οποία έφτασε μέχρι εκεί, η καρδιά του έτρεχε γρηγορότερα από ποτέ. Ένιωθε αγχωμένος για κάθε τι που έκανε. Με κάθε του αναπνοή εισέπνεε αγωνία και εξέπνεε φόβο. Κάπως έτσι πρέπει να νιώθει και κάποιος την ώρα που πραγματοποιεί ένα έγκλημα.
Ο συρμάτινος φράκτης είχε το διπλάσιο ύψος από τον ίδιο, αλλά τα ρομβοειδή κενά ανάμεσα στα σύρματα τον καθιστούσαν εύκολα αναρριχίσιμο.
Προσγειώθηκε στην εξωτερική πλευρά.
Έξω. Για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά χωρίς κάποιον πάνω από το κεφάλι του που να του λέει τι πρέπει να κάνει και που επιτρέπεται να βαδίζει. Για πρώτη φορά σε ένα κόσμο χωρίς περιορισμούς. Χωρίς πέτρινα και συρμάτινα σύνορα. Η αγωνία, το άγχος, ο φόβος και οι ενοχές εξαφανίστηκαν από τον οργανισμό του. Έμειναν από την άλλη πλευρά του φράκτη. Χωρίς αμφιβολία αναμένοντας τον να επιστρέψει, ώστε να καταλάβουν ξανά το μυαλό του. Για την ώρα όμως, ήταν καθαρός.
Μερικά μέτρα παραπέρα το μισό του σώμα κρύφτηκε κάτω από τα χόρτα του λιβαδιού. Άπλωσε τα χέρια του νιώθοντας το άγγιγμα τους καθώς περπατούσε. Ήταν λες και είχε πιαστεί χέρι-χέρι με αυτό και προχωρούσαν μαζί.
Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και τα ορατά αστέρια σε αυτόν χιλιάδες. Ήταν εντυπωσιακό το πόσο φως μπορούσαν αυτά και το φεγγάρι να παράγουν μέσα στη νύχτα. Κρατούσαν το σκοτάδι σε ασφαλή απόσταση από εκείνον. Όλα αυτά όμως εκεί έξω, γιατί μέσα στο δάσος, ήταν άλλη ιστορία.
Και σαν να άκουσαν το όνομά τους, τα δέντρα εμφανίστηκαν. Αρχαία και επιβλητικά μπροστά στο ασήμαντο λιβάδι που οδηγούσε σε αυτά.
Και ανάμεσα στα δέντρα, ένα φως. Το αδύναμο πορτοκαλί φως που ο Τζον έβλεπε από το δωμάτιό του τρία βράδια τώρα. Κινούταν και τρεμόπαιζε, όπως και από μακρυά. Κινούταν προς το μέρος του.
Το αγόρι ενστικτωδώς οριζοντιοποιήθηκε λες και μόλις τον είχαν πυροβολήσει, θάβοντας τον εαυτό του μέσα στα ψηλά χόρτα. Τελικά το φως ήταν και σήμερα εκεί. Μπορεί απλά να του ξέφυγε όταν κοιτούσε από το παράθυρό του. Αλλά πως ήταν δυνατό; Αφού δεν ξεκόλλησε στιγμή το βλέμμα του από εκεί;
Σήκωσε το κεφάλι του και προσπάθησε να δει ανάμεσα στα χόρτα. Το φως ήταν ακόμη ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων, ένα μέτρο πάνω από το έδαφος. Αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο, όταν και απλά έσβησε, λίγο πριν περάσει τα όρια του δάσους.
Το φως μπορεί να έπαψε να υπάρχει, όμως όχι και αυτός που το κουβαλούσε, γιατί ο Τζον πλέον άρχισε να ακούει καθαρά και γρήγορα βήματα να κατευθύνονται προς το μέρος του. Τελικά δεν ήταν κάποιο μαγικό φως. Ήταν απλά ένας άνθρωπος, ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε. Ένας άνθρωπος, που αν δεν μετακινούταν γρήγορα από την κρυψώνα του, θα πατούσε πάνω του.
Όμως δε πρόλαβε να κουνηθεί. Το μόνο που είδε ήταν μία σκιά, κι έπειτα ένιωσε ένα παπούτσι να πατάει στο δεξί του μπράτσο. Ακολούθησαν δύο κραυγές: μία δική του και μία αυτού που μόλις είχε σωριαστεί δίπλα του. Η σωστότερα, αυτής που είχε σωριαστεί δίπλα του, γιατί η κραυγή περιείχε τις θηλυκές, υψηλές ακουστικές συχνότητες.
Πιάνοντας το χέρι του, γύρισε για να αντικρίσει έναν υπνοβάτη.
«Μαίρη; Πω-» αλλά ήταν τα μόνα που μπόρεσε να αρθρώσει.
Η Μαίρη φορούσε ένα μακρύ παλτό με μια κουκούλα να καλύπτει το καστανό της κεφάλι. Έμεινε καθισμένη στο έδαφος, έκπληκτη.
«Ήρθα στο δωμάτιό σου πριν από λίγο», είπε ο Τζον μόλις πήρε πίσω τη μιλιά του. «Κοιμόσουν!»
Η Μαίρη του έριξε ένα βλέμμα που έλεγε: σου φαίνομαι να κοιμάμαι; Και τότε ο Τζον τα κατάλαβε όλα. Δεν ήταν η Μαίρη που κοιμόταν, αλλά τα ρούχα της, όπως ακριβώς και τα δικά του.
Έπειτα, σαν να του ήρθε αναλαμπή, συνέχισε: «Ώστε εσύ ήσουν! Εδώ έξω κάθε βράδυ». Το μάτι του έπεσε πάνω στο σβησμένο φαναράκι που κείτονταν δίπλα στο κορίτσι. «Ήσουν απλά εσύ και το φαναράκι».
Η Μαίρη χαμήλωσε τα φρύδια της σε αυτό. Ο γείτονάς της φαινόταν απογοητευμένος. «Γιατί τι περίμενες να είναι;» του απάντησε.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και πέταξε ακόμη μία ερώτηση: «Γιατί είπες ψέματα τότε; Γιατί το κράτησες μυστικό;» Η Μαίρη τώρα χαμήλωσε όχι μόνο το βλέμμα της αλλά ολόκληρο το κεφάλι της προς το έδαφος. «Υποτίθεται πως είμαστε οι καλύτεροι φίλοι», επέμεινε ο Τζον. «Γιατί;»
Η Μαίρη τότε πετάχτηκε όρθια χωρίς προειδοποίηση κάτι που έκανε τον Τζον να τρομάξει. «Δεν ξέρω, εντάξει;» του φώναξε, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Δεν ξέρω».
Στάθηκε στα πόδια της με το χορταριασμένο της μάλλινο παλτό κοιτάζοντας προς το δάσος.
«Ήμουν εγωίστρια», συμπλήρωσε μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και νιώθοντας τον Τζον να πλησιάζει προς το μέρος της. «Συγγνώμη».
Εκείνος την κράτησε από τον ώμο και ένιωσε το κεφάλι της να γέρνει και να ακουμπάει στον δικό του.
«Το είδες;» την ρώτησε κι εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
«Τι είναι;»
«Έλα», είπε η Μαίρη και ξεκίνησε να περπατάει προς το δάσος.
«Περίμενε! Εσύ λείπεις ήδη αρκετή ώρα».
«Τότε ας τρέξουμε».
Και τρέξανε.

5

«Κι εγώ έτσι ήμουν έφτασα εδώ για πρώτη φορά», σχολίασε η Μαίρη βλέποντας το σαγόνι του Τζον να πέφτει. Εκείνος, πήγε να δείξει με το χέρι του προς το κέντρο του κρατήρα αλλά το μάζεψε πίσω. Προσπάθησε να πει κάτι, αλλά πήρε και τις λέξεις πίσω επίσης. Και τι να έλεγε; Αφού αυτό που έβλεπε δε μπορούσε να υπάρχει. Τουλάχιστον όχι χωρίς να το έχει μάθει όλος ο κόσμος σε ακτίνα χιλιομέτρων. Γιατί φανταζόταν, πως κατά τη δημιουργία ενός κρατήρα τέτοιου μεγέθους, η Γη θα έτρεμε, τα δέντρα γύρω από αυτόν θα είχαν καταρρεύσει και ολόκληρο το δάσος θα έπιανε φωτιά. Εδώ, δεν είχε συμβεί τίποτε από όλα αυτά. Ήταν λες και απλά τα δέντρα έκαναν λίγο χώρο ώστε να φιλοξενήσουν ανάμεσά τους οτιδήποτε ήταν αυτό που έπεσε από τον ουρανό εκείνη τη μέρα. Οπότε, τι μπορούσε να πει;
Η Μαίρη ξεκίνησε να κατεβαίνει προσεκτικά από το χείλος του κρατήρα και ο Τζον ακολούθησε. «Πρόσεχε!» πρόσταξε η Μαίρη αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη λέξη, η ίδια ήταν εκείνη που γλίστρησε, χτυπώντας με τη πλάτη στην πλαγιά. Το φαναράκι που κρατούσε πέταξε από τα χέρια της, και διαγράφοντας μία ανοιχτή καμπύλη τροχιά προσγειώθηκε κοντά στο κέντρο του κρατήρα. Φυσικά, έγινε κομμάτια.
«Είσαι καλά;» φώναξε το αγόρι και τσούλησε προς το μέρος της.
«Ναι, αλλά το φανάρι έσπασε. Τι θα κάνουμε τώρα;»
«Ας πάμε κοντά στο φως».
Πλησίασαν προς το κέντρο, προς το φωσφορίζον βράχο που ήρθε από το διάστημα. Το μέγεθός του ήταν περίπου όσο ενός κλασσικού βαρελιού, αλλά το σχήμα του ακανόνιστο και ασύμμετρο. Εξέπεμπε ένα ανοιχτό βιολετί χρώμα, το οποίο τώρα είχε περιβάλλει τα δύο παιδιά. Είναι πανέμορφο, επαναλάμβαναν συνεχώς και ταυτόχρονα τα μυαλά τους.
Ο Τζον πλησίασε και έσκυψε μπροστά μπροστά από το βράχο. Γύρισε και κοίταξε τη φίλη του. «Τον άγγιξες;»
«Ναι. Μη φοβάσαι, δεν έγινε τίποτα».
Και πράγματι. Μπορεί σαν θέαμα να ήταν όντως εξωγήινο, αλλά στο άγγιγμα έμοιαζε με ένα βράχο σαν όλους τους άλλους. «Είδες κάτι διαφορετικό τις προηγούμενες φορές που ήρθες;» είπε ο Τζον και σηκώθηκε πάλι όρθιος.
«Όχι, τίποτα. Φαίνεται απλά σαν ένα βράχο που βγάζει φως. Αν και είμαι σίγουρη πως δεν είναι μόνο αυτό».
Φυσικά και δεν είναι μόνο αυτό, συμφώνησε νοητά ο Τζον.
«Πρέπει να γυρίσουμε πίσω τώρα. Δε μπορούμε να το ρισκάρουμε άλλο», είπε η Μαίρη.
«Εντάξει. Αλλά χάσαμε το φως. Μέσα στο δάσος είναι θεοσκότεινα. Χρειαζόμαστε φως».
Το δευτερόλεπτο που ο Τζον έβαζε τελεία στην φράση του, το αίμα και των δύο πάγωσε, γιατί ένα φαναράκι εμφανίστηκε μπροστά από το βράχο. Δεν ήταν το σπασμένο, εκείνο κείτονταν κομματιασμένο λίγα μέτρα παραπέρα. Ήταν ένα καινούριο. Ένα καινούριο που δεν υπήρχε τη προηγούμενη χρονική στιγμή. Ένα καινούριο που υλοποιήθηκε από το τίποτα. Από αέρα κοπανιστό.
Τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν με την ίδια απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους: Τι συνέβη μόλις τώρα;
Η Μαίρη πλησίασε διστακτικά και με αργές κινήσεις άπλωσε το χέρι της προς το φανάρι, σαν να ετοιμαζόταν να χαϊδέψει ένα άγριο θηρίο. Ο Τζον δίπλα της έβλεπε μέσα στο μυαλό του το χέρι της Μαίρης να περνάει μέσα από το φανάρι, σαν να ήταν μία οφθαλμαπάτη.
Όμως τελικά ήταν αληθινό, και η Μαίρη το κράτησε στα χέρια της. Κοίταξε σε αυτό κι έπειτα στο βράχο. Χωρίς να μετακινήσει το βλέμμα της είπε: «Είπες ότι χρειαζόμαστε φως, και τότε εμφανίστηκε το φαναράκι».
«Ναι. Και;»
«Χρειάζομαι ένα αυτοκίνητο!» φώναξε η Μαίρη απευθυνόμενη στο βράχο. Όμως τίποτα δε συνέβη.
«Τι; Νομίζεις ότι πραγματοποιεί ευχές;» είπε ο Τζον χαμογελώντας. Έπειτα γύρισε και έκανε τη δική του: «Χρειάζομαι λεφτά!»
Τίποτα.
«Χρειάζομαι ένα σκύλο!»
«Χρειάζομαι καινούρια παπούτσια!»
«Χρειάζομαι ένα μπολ με παγωτό φράουλα!»
«Χρειάζομαι καινούρια παιχνίδια!»
Όμως ο βράχος δεν αποκρίθηκε σε κανέναν από τους δύο, απογοητεύοντας τους ελαφρώς.
Ο Τζον ετοιμαζόταν να πει κάτι καινούριο, ίσως μια νέα ευχή, αλλά η Μαίρη τον διέκοψε απότομα με τη φωνή της. «Περίμενε!» είπε. Άφησε το φανάρι στο έδαφος και του έδειξε τα χέρια της. «Τι βλέπεις;»
«Τις...παλάμες σου;»
«Ναι, αλλά τι έχουν;»
«Είναι κόκκινες. Α! Έχουν παγώσει από το κρύο».
«Ακριβώς», είπε η Μαίρη και γύρισε ξανά προς το βράχο. «Χρειάζομαι γάντια!»
Και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Όπως κι ένα λεπτό νωρίτερα, ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια εμφανίστηκε στα πόδια της ως δια μαγείας. Με ένα πλατύ χαμόγελο, έσκυψε, τα σήκωσε και τα φόρεσε.
«Τώρα κατάλαβα», είπε ο Τζον. «Σου δίνει μόνο αυτά που πραγματικά χρειάζεσαι. Απίστευτο!»
«Σωστά, αλλά τώρα αυτό που πρέπει πραγματικά να κάνουμε είναι να γυρίσουμε πίσω».
«Έχεις δίκιο, πάμε. Αλλά θα ξανάρθουμε αύριο οπωσδήποτε».
Μετά από δύο βήματα όμως ο Τζον γύρισε απότομα προς την άλλη πλευρά. «Χρειαζόμαστε να γυρίσουμε στα δωμάτιά μας αμέσως!» φώναξε και άκουσε τη Μαίρη να βάζει τα γέλια.
«Έπρεπε να το δοκιμάσω» είπε εκείνος. «Αλλά για κάτσε μισό λεπτό. Αυτό δεν χρειαζόμαστε πραγματικά αυτή τη στιγμή; Να γυρίσουμε γρήγορα πίσω;»
Η Μαίρη φάνηκε να το σκέφτεται σοβαρά για μια στιγμή, αλλά τελικά το μόνο που έκανε ήταν να σηκώσει τους ώμους της.

6

Όπως το περίμενε, μόλις πήδηξαν το φράκτη και πέρασαν από την μέσα πλευρά του, η αγωνία, το άγχος και ο φόβος μπήκαν ξανά μέσα του. Τον περίμεναν υπομονετικά. Δεν πήγαν πουθενά. Ήταν λες και αποτελούσαν μία προέκταση του ίδιου του φράκτη. Χτίσε τοίχους, φράκτες και σύνορα και θα έχεις χτίσει το φόβο στα μυαλά των ανθρώπων, γιατί όλα αυτά φαίνεται να πηγαίνουν πακέτο. Γκρέμισε τα ή πήδα τα και θα νιώσεις ελεύθερος. Όπως ο Τζον εκείνο το βράδυ και όπως η Μαίρη τα τέσσερα τελευταία.

7

Μόλις ξύπνησε (νωρίτερα από το κουδούνι), η Μαίρη άκουσε ομιλίες από έξω και πήγε στο παράθυρό της να κοιτάξει. Ήταν ένα αυτοκίνητο και γύρω από αυτό καμιά δεκαριά άτομα. Ανάμεσά τους κι ένα παιδί, από τα μικρότερα εκεί μέσα. Το ήξερε μόνο εξ' όψεως. Ήταν η τυχερή του μέρα. Μια μέρα σαν αυτές που η Μαίρη ονειρευόταν κάθε βράδυ πριν την πάρει ο ύπνος, αλλά μια μέρα που ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα ερχόταν ποτέ για εκείνη. Είχε φτάσει ήδη στα δέκα της. Δεν είχε καμία τύχη.
Τύχη! σκέφτηκε και ένιωσε τον θυμό να αποστέλλεται σε κάθε σημείο του σώματός της με κάθε χτύπο της καρδιάς της. Βέβαια, πρέπει να είσαι τυχερός. Πρέπει να είσαι τυχερός για να έχεις οικογένεια. Πρέπει να είσαι τυχερός για να μην πεινάς. Πρέπει να είσαι τυχερός για να έχεις δουλειά. Πρέπει να είσαι τυχερός για να ζεις και όχι να επιζείς. Τυχερός! Και η Μαίρη εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκε αν ζούσε σε ένα πραγματικό ανθρώπινο κόσμο ή ένα μεγάλο καζίνο, σαν αυτά που είχε δει μια φορά στη τηλεόραση.
Όμως πόσο απείχε από την πραγματικότητα η σκέψη της; Μήπως είχε δίκιο τελικά; Μήπως ο κόσμος, η ζωή, δεν είναι ένα τεράστιο καζίνο; Γεμάτο αγνώστους και διάφορα παιχνίδια. Και το μόνο μετράει για το πως θα επιζήσεις μέσα σε αυτό, είναι το ύψος της στοίβας με τις μάρκες σου.
Αποφάσισαν να μην πουν τίποτα σε κανέναν, για την ώρα τουλάχιστον.
Η προγραμματισμένη εκδρομή αναβλήθηκε λόγω κακοκαιρίας, αλλά αυτό δεν τους πτόησε καθόλου. Έτσι κι αλλιώς, αποδείχθηκε πολύ εύκολο να το σκάνε και να πηγαίνουν μόνοι τους. Τόσο εύκολο, που ένιωθαν ότι εξίσου εύκολα κάποια μέρα θα τους πιάσουν.
Οι επισκέψεις στο διαστημικό βράχο γίνονταν μέρα παρά μέρα για να μειωθεί το όποιο ρίσκο. Κάθονταν απλά μπροστά του και χάζευαν το όμορφο και απόκοσμο χρώμα του. Πότε πότε, κατάφερναν να τον κάνουν να τους χαρίσει κάποια αντικείμενα. Ένα παλτό, μια ομπρέλα όταν μια νύχτα έπιασε ξαφνική μπόρα, ένα κομμάτι ψωμί τη μέρα που όλα τα παιδιά ήταν τιμωρημένα.
Μια μέρα από τις ενδιάμεσες όμως, η Μαίρη, παραβιάζοντας τη συμφωνία, πήγε μόνη της.
Λουσμένη από το βιολετί φως κάθισε στο έδαφος δίπλα στο βράχο, ακούμπησε το κεφάλι της στη σκληρή του επιφάνεια και έκλεισε τα μάτια της. Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν και τα μάτια της να παράγουν δάκρυα.
Προσπάθησε να μιλήσει: «Χ- Χρει-» αλλά το κλάμα δεν της επέτρεπε να αρθρώσει τις λέξεις.
Όταν ένα λεπτό αργότερα η ένταση των λυγμών είχε μειωθεί, και όταν άνοιξε τα μάτια της, για μία ελαχίστης διάρκειας στιγμή, ο κόσμος γύρω της είχε εξαφανιστεί. Τα δέντρα, ο κρατήρας, η νύχτα. Όλα είχαν χαθεί, εκτός από το βράχο. Όμως και αυτός ήταν διαφορετικός. Το φως που εξέπεμπε ήταν ένα απαλό γαλάζιο, σχεδόν άσπρο. Από τον υπόλοιπό κόσμο γύρω της, πρόλαβε να δει ότι βρισκόταν σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Πρόλαβε να δει ένα βουνό στον ορίζοντα, το οποίο έφτανε σε ύψη όμοιά του οποίου δεν είχε δει ή φανταστεί ποτέ της. Και κάτι τελευταίο, ακόμη πιο παράξενο. Στον ουρανό, πάνω από το βουνό, έλαμπαν δύο ήλιοι.
Όλα αυτά δεν διήρκεσαν παρά μόνο ένα μικρό κλάσμα αυτού που οι άνθρωποι ονομάζουν δευτερόλεπτο. Αλλά κλάσμα ή όχι, η Μαίρη ήταν σίγουρη για αυτό που είδε. Και όντας σίγουρη, στάθηκε στα πόδια της και έτρεξε γρηγορότερα από ποτέ.

8

Το επόμενο απόγευμα, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης ώρας τους, η Μαίρη στεκόταν στο κατώφλι του δωματίου της, περιμένοντας. Όταν είδε τον Τζον να εμφανίζεται στο διάδρομο, του έκανε νόημα και πέρασε στο δωμάτιο.
«Σήμερα είναι μέρα για το δάσος ε;» είπε εκείνος ενθουσιασμένος, αλλά χαμηλόφωνα. «Σκέφτηκα κάτι καινούριο που μπορούμε να πούμε...» Όμως η παγομάρα και η αδιαφορία της Μαίρης για τα λόγια του τον έκαναν να σταματήσει. Σε ανήσυχο τόνο αυτή τη φορά είπε: «Τι συνέβη; Φαίνεσαι περίεργη σήμερα. Και από το πρωί δεν έχεις μιλήσει σχεδόν καθόλου».
Η Μαίρη περπάτησε ως το κρεβάτι της και κάθισε στο σκληρό του στρώμα. «Θα σου πω, αλλά θα με περάσεις για τρελή».
«Όχι, ποτέ», απάντησε κατηγορηματικά εκείνος και κάθισε δίπλα της. Παρατήρησε το πρόσωπό της. Από κοντά φαινόταν ακόμη πιο διαφορετική σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες. Σε σχέση με χθες. Ήταν λες και είχε δει κάποιο φάντασμα το προηγούμενο βράδυ. Και μόλις σκέφτηκε τη λέξη “βράδυ”, όλα στο μυαλό του ξεδιάλυναν. Μόνο ένα πράγμα μπορούσε να της είχε συμβεί. «Πήγες έξω το βράδυ μόνη σου, έτσι δεν είναι;» Σε αντίθεση με τη πρώτη μέρα στο λιβάδι, αυτή τη φορά δεν της το είπε με σκοπό να την μαλώσει.
«Ναι».
«Και έγινε κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά, σωστά;»
«Ναι».
«Τι συνέβη, Μαίρη;»
«Κλείσε την πόρτα».

9

Ο Τζον είχε δίκιο μπαίνοντας στο δωμάτιο της Μαίρης. Ήταν πράγματι μέρα για το δάσος. Αυτό που δεν ήξερε όταν έκανε αυτή τη δήλωση, ήταν πως πιθανότατα να ήταν η τελευταία μέρα στο δάσος.
Η Μαίρη στεκόταν δίπλα του κρατώντας το χέρι του. Ο βράχος μπροστά τους γεννούσε ακούραστα από κάποια άγνωστη και αόρατη πηγή το βιολετί του φως, βάφοντας με αυτό τα πρόσωπα των παιδιών.
«Κι αν ο Λούκας δε βρει το σημείωμα;» είπε η Μαίρη.
«Θα το βρει. Το έβαλα στο βιβλίο του. Ξέρεις, αυτό που διαβάζει από τότε που γεννήθηκε».
Η Μαίρη γέλασε με αυτό. Είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα. Ήταν αισιόδοξη. Ένα συναίσθημα που γνώρισε για πρώτη φορά μόλις λίγα λεπτά νωρίτερα και δεν ήθελε να το αποχωριστεί ποτέ της.
Ο Τζον πήρε ξανά το λόγο: «Ίσως όμως έπρεπε να έρθουμε όλοι σήμερα. Μια κι έξω».
«Κι αν δε συμβεί τίποτα; Σου είπα, δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για τίποτα. Πως θα γυρνούσαμε πίσω μετά, τόσα πολλά παιδιά; Δεν υπήρχε περίπτωση να μη μας πάρουν χαμπάρι».
«Ναι, αλλά, μετά οι άλλοι μπορεί να μην τα καταφέρουν. Μπορεί να αρχίσουν να κλειδώνουν τις πόρτες και τα παράθυρα».
«Δε νομίζω να το κάνουν αυτό. Είναι τόσο ηλίθιοι, που θα μείνουν στην ίδια τακτική που ακολουθούσαν μέχρι τώρα».
«Και ποια είναι αυτή;»
«Οι αυστηροί τους κανόνες. Ο φόβος που μας επιβάλουν. Το είδες και μόνος σου, πόσο εύκολα το σκάγαμε τα βράδια. Δεν ήταν κανείς να μας εμποδίσει. Εμείς οι ίδιοι εμποδίζαμε τον εαυτό μας. Φύτεψαν το φόβο μέσα στα μυαλά μας και μας έκαναν να τρέμουμε να βγούμε από τα δωμάτιά μας. Δεν υπήρχαν φύλακες να κάνουν περιπολίες στους διαδρόμους. Δεν χρειαζόταν να κάνουν κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που τους είχαν βάλει μέσα στα κεφάλια μας. Είμαι σίγουρη πως τα παιδιά θα τα καταφέρουν. Θα βρουν τρόπο για να μας ακολουθήσουν».
Ο Τζον έμεινε σιωπηλός, ελπίζοντας η Μαίρη να είχε δίκιο.
«Έτοιμος;» ρώτησε το κορίτσι.
«Έτοιμος», αποκρίθηκε το αγόρι.
Και με μια φωνή δήλωσαν προς το βράχο που έπεσε από το διάστημα: «Χρειαζόμαστε ένα σπίτι».

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

112 Λεπτά Μετά


112 Λεπτά Μετά

Στις 4 Αυγούστου του 2036 έλαβε χώρα το πιο αλλόκοτο και παρανοϊκό φαινόμενο στην καταγεγραμμένη ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν γνωρίζω εάν ο αριθμός αυτών που τρελάθηκαν ή αυτοκτόνησαν ή πνίγηκαν ως αποτέλεσμα αυτού, βρίσκεται στην κλίμακα των χιλιάδων ή των εκατομμυρίων. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα, είναι πως ο αριθμός θα πολλαπλασιαζόταν, αν όλος ο κόσμος έβλεπε αυτό που είδα εγώ στο τέλος.
    Πέρα από την παράνοια και τον θάνατο, εκείνη την ημέρα, πολλές θρησκείες καταργήθηκαν και νέες γεννήθηκαν, ενώ όσοι επιστήμονες δεν έσκισαν τα πτυχία τους, προσπάθησαν – μάταια έως τώρα – να χωρέσουν στις εξισώσεις και τις θεωρίες τους αυτό που συνέβη. Σχεδόν ολόκληρη η κοσμοθεωρία που είχε θεμελιωθεί με το πέρασμα τον αιώνων, βούλιαξε σαν τρύπια βάρκα στον ωκεανό των νέων, τρελών δεδομένων.
    Το φαινόμενο είχε διάρκεια 112 λεπτών και ήταν ορατό σε Ευρώπη, Αφρική και το μεγαλύτερο μέρος της Ασίας. Είτε 112 λεπτά όμως, είτε 112 δευτερόλεπτα, θαρρώ πως το αποτέλεσμα θα ήταν παρόμοιο. Βρισκόμουν στο σπίτι μου, στα βορειοανατολικά προάστια του Βόλου όταν συνέβη. Ήταν δύο μετά τα μεσάνυχτα. H γυναίκα μου με την κόρη μου κοιμόντουσαν και δεν είδαν τίποτα, κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμον.
    Αρχικά, πιο πολύ ένιωσα, παρά είδα, ένα έντονο λευκό φως να μπαίνει από το παράθυρο. Νόμισα πως κάποιος γείτονας άνοιξε ένα δυνατό προβολέα για λόγους άγνωστους σε εμένα, και βγήκα στο μπαλκόνι ώστε να ικανοποιήσω την περιέργειά μου.
    Λέγεται ότι η διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό κι έναν κακό συγγραφέα, είναι ότι ο πρώτος θα βρει τις λέξεις για να περιγράψει το απερίγραπτο. Εκείνο το βράδυ όμως, δε νομίζω ότι ήταν δυνατό να βρεθεί κάποιος τόσο καλός, ώστε να περιγράψει, όχι αυτό που έβλεπα, το οποίο όσο τρελό και αν ήταν, η παρουσία του ήταν συγκεκριμένη και αδιαπραγμάτευτη, αλλά αυτά που αισθάνθηκα για 112 λεπτά, με αποκορύφωμα το παρανοϊκό φινάλε.
    Θεωρούσα πως ό,τι ομορφότερο είχα αντικρίσει ποτέ μου, ήταν το ύψους ογδόντα – τότε – εκατοστών πλάσμα που είχε έρθει στη ζωή μου δύο χρόνια πριν το συμβάν. Παρόλα αυτά, οφείλω να παραδεχθώ, με μια δόση ντροπής είναι η αλήθεια, ότι αυτό που αντίκρισα εκείνη τη νύχτα ήταν εξίσου – αν όχι περισσότερο – εκθαμβωτικό, άσχετα με τα όσα δεινά έφερε στον κόσμο.
    Μόλις έκανα το πρώτο μου βήμα στο μπαλκόνι, το σώμα μου και το μυαλό μου παρέλυσαν για άγνωστο χρονικό διάστημα, αφού αυτό που έβλεπα δεν ήταν δυνατό να υφίσταται σύμφωνα με τους κανόνες της φύσης και της λογικής που ήταν γνωστοί έως τότε. Νομίζω ότι άκουσα κραυγές γύρω μου, αλλά δεν έδωσα σημασία. Δεν ξέρω πόσα λεπτά ξόδεψα κοκαλωμένος εκεί. Τα μάτια μου συνέχιζαν να μεταδίδουν την ίδια εικόνα, μέχρι τελικά να καταφέρουν να πείσουν τον εγκέφαλο μου για την αυθεντικότητά της, σπάζοντας έτσι την παράλυση.
    Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως ήρθε το τέλος του κόσμου και ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέθαινα, μια σκέψη που έστειλε ένα ρίγος να διαπεράσει το σώμα μου. Όμως δεν πέθανα. Αντί αυτού, κάθισα στα κρύα πλακάκια κοιτάζοντας στον ουρανό. Όσοι δεν έτρεξαν πανικόβλητοι και όσοι δεν πήδηξαν από τα παράθυρά τους, έπραξαν το ίδιο. Έπειτα, θεώρησα πως κάποια αόρατη δύναμη, κάποιος Θεός, είχε σπρώξει το φεγγάρι, φέρνοντας το δίπλα στη Γη. Αλλά και σε αυτό ήμουν λάθος, γιατί σε μια γωνιά του ουρανού μπορούσα να ξεχωρίσω την μικρή, ασήμαντη, βαρετή και γνωστή σε όλους σελήνη.
    Ο πλανήτης ο οποίος επίταξε τον μισό ουρανό εκείνη τη νύχτα δεν ήταν η σελήνη. Είχε το μεγαλύτερο μέρος της γκρίζας, βραχώδης επιφάνειάς του στο φως, αφήνοντας ένα λεπτό μισοφέγγαρο στο απόλυτο σκοτάδι. Η ποσότητα του φωτός που αντανακλούσε ήταν τόσο μεγάλη, που μετέτρεψε την νύχτα σε μέρα. Το μέγεθος αυτού του ουράνιου σώματος ήταν τερατώδες και σχεδόν γέμιζε ολόκληρο το οπτικό μου πεδίο. Ήθελα να τραβήξω το βλέμμα μου από εκεί, αλλά ήταν αδύνατο, και τότε ήταν που ο τρόμος με πλημμύρισε, νου και σώμα. Ένιωσα πως αν δεν κατάφερνα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τον ουρανό θα κατέληγα στην τρέλα, όπως τόσοι άλλοι.
    Όπως ανέφερα, η επιφάνεια ήταν βραχώδης, θυμίζοντας έντονα τη σελήνη, με τους τεράστιους κρατήρες και τα αγνώστου βάθους φαράγγια να αποκαλύπτουν ένα τραυματικό παρελθόν γεμάτο συγκρούσεις. Εκ πρώτης όψεως, δεν φαινόταν να υπήρχε κάποιο ίχνος ζωής ή πολιτισμού, αν και αυτή δεν είναι παρά μια εικασία. Μετά από εκείνη τη νύχτα, έγινα υποστηρικτής του δόγματος, “όλα είναι δυνατά.” Ο τρόμος και η απειλή που ένιωσα, πήγαζαν κυρίως από το μέγεθος του όλου σκηνικού και την σκοτεινή πλευρά του πλανήτη. Μου είναι δύσκολο να μεταφέρω την κλίμακα των πραγμάτων. Αν η σελήνη αντιστοιχούσε σε μία φακή, τότε αυτός ο μυστηριώδης πλανήτης θα ήταν μία μπάλα του μπάσκετ. Όσο για την αφώτιστη πλευρά του η οποία μου πάγωνε το αίμα, αν ο χάρος είχε κάποιο λημέρι, τότε σίγουρα θα ήταν κάπως έτσι. Η μαυρίλα αυτού του μισοφέγγαρου ήταν τρομακτικά απόλυτη και τίποτα καλό δεν μπορούσα να βρίσκεται μέσα σε αυτήν. Αυτό ήταν και το μέρος στο οποίο ταξίδευα στους εφιάλτες που ακολούθησαν αργότερα.
    Τα όποια σενάρια ότι όλο αυτό ήταν απλά μια τεράστια και κακόγουστη φάρσα καταρρίφθηκαν άμεσα από τον ίδιο τον πλανήτη και τις αγνώστου μεγέθους ελκτικές δυνάμεις που άσκησε στην Γη, κάνοντας ακόμη και τις θάλασσες να τρελαθούν. Σχετικά με αυτό, νομίζω ότι αρκεί να αναφέρω πως όλες οι παραθαλάσσιες πόλεις της Μεσογείου, είτε πλημμύρισαν, είτε βυθίστηκαν εξολοκλήρου κάτω από την επιφάνεια του νερού και χιλιάδες άνθρωποι πνίγηκαν στον ύπνο τους.
    Το σώμα μου δεν σταμάτησε στιγμή να τρέμει κατά τη διάρκεια εκείνων των 112 λεπτών. Το μέγεθος του τρόμου μου μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την μάζα αυτού του...πράγματος εκεί πάνω. Ακόμη και σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, αποφεύγω να σηκώσω τα μάτια μου στον ουρανό. Τρέμω στην ιδέα ότι θα το ξαναδώ να στέκεται εκεί, με τους σκοτεινούς του κρατήρες να μοιάζουν με γιγαντιαία, άψυχα μάτια που κατασκοπεύουν τη Γη και την αφώτιστη πλευρά του να κρύβει πλάσματα βγαλμένα από τους χειρότερους εφιάλτες του ανθρώπινου μυαλού. Πιο πολύ απ' όλα όμως, τρέμω ότι θα ξαναδώ αυτό που αντίκρισα λίγο πριν ο πλανήτης εξαφανιστεί, αυτό που με έκανε να βγάλω μια κραυγή που κόντεψε να με πνίξει και να σφραγίσω το στόμα μου με την παλάμη μου σε μια μάταιη προσπάθεια να αποφύγω τον εμετό. Δεν θα αρνηθώ επίσης, ότι η παρόρμηση που ένιωσα για να πηδήξω από το μπαλκόνι ήταν κάτι παραπάνω από έντονη.
    Σύμφωνα με τον υπόλοιπο κόσμο, κάποια στιγμή, ο πλανήτης απλά έπαψε να υπάρχει στον ουρανό. Δεν μπορούσα παρά να ενστερνιστώ κι εγώ αυτήν την άποψη. Άλλωστε, αυτό που είδα ξεπερνούσε κατά πολύ τα ήδη ξεπερασμένα όρια της λογικής, όποτε θεώρησα ότι απλά το φαντάστηκα μέσα στο πανδαιμόνιο της στιγμής. Δεν πέρασαν πολλές μέρες όμως, όταν διάβασα την μαρτυρία ενός ψαρά από την Εσθονία, ο οποίος υποστήριζε ότι είδε το ίδιο πράγμα με εμένα. Δεν μπορούσε ναείναι σύμπτωση, αφού η περιγραφή του ταίριαζε απόλυτα με την δική μου και αποκλείεται δύο ξεχωριστά μυαλά να φαντάστηκαν το ίδιο – συγκεκριμένο –  πράγμα. Φυσικά, όλοι τον πέρασαν για τρελό, αλλά όχι εγώ. Εκείνη τη μέρα σιγουρεύτηκα πως αυτό που αντίκρισα δεν ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου.
    Τότε ξεκίνησε μια πραγματικά άσχημη περίοδος για μένα. Πρώτα ήρθαν οι εφιάλτες. Σχεδόν κάθε βράδυ, βλέπω πως στέκομαι στο μπαλκόνι, λουσμένος με το φως του κολοσσιαίου πλανήτη. Σιγά-σιγά αρχίζω να αιωρούμαι και συνειδητοποιώ ότι ο πλανήτης είναι αυτός ο οποίος με τραβάει με την ανυπολόγιστη μάζα του. Βλέπω την Γη να απομακρύνεται κάτω από τα πόδια μου χωρίς να μπορώ να αντιδράσω και η αίσθηση του καψίματος καθώς βγαίνω από την ατμόσφαιρα μοιάζει
ανατριχιαστικά αληθινή. Όσο πλησιάζω προς την σκοτεινή πλευρά, τόσο αυξάνει και η ταχύτητα της πτήσης μου προς το άγνωστο και το εξωγήινο, και σύμφωνα με το ένστικτο μου, προς το θάνατο. Το όνειρο – και ο ύπνος μου – διακόπτονται βίαια λίγο πριν χτυπήσω στην επιφάνεια.
    Οι εφιάλτες δεν ήταν το χειρότερο. Μόλις ενημερώθηκα για την μαρτυρία του ψαρά, άρχισα να αμφισβητώ τα πάντα σχετικά με την ύπαρξη του ανθρώπου, της ζωής, και του κόσμου ολάκερου. Πίστευα πως όλα ήταν ένα πείραμα ή κάποιο παιχνίδι οντοτήτων που υπάρχουν στο σύμπαν και για τις οποίες δεν έχουμε την παραμικρή γνώση, ότι οι ζωές μας είναι ψεύτικες.
    Ξόδεψα τα τρία εκείνα χρόνια σε έναν αφελή αγώνα αναζήτησης της αλήθειας. Ήθελα να μάθω τι κρυβόταν πίσω από όλα αυτά γιατί αλλιώς ένιωθα ότι θα τρελαινόμουν. Έψαξα απεγνωσμένα για ανθρώπους που δήλωναν ότι είχαν δει το ίδιο με εμένα, αλλά δεν ήμουν τυχερός. Οι δύο πρώτοι που βρήκα είχαν αυτοκτονήσει και ο τρίτος βρισκόταν κλεισμένος σε ψυχιατρική κλινική. Ο τέταρτος και τελευταίος, ήταν ένας καθηγητής ανθρωπολογίας στην Ουαλία, η νοητική κατάστασή του οποίου ήταν φυσιολογική και κατάφερα να επικοινωνήσω μαζί του. Προσπάθησα να τον πείσω πως έπρεπε να πούμε στον κόσμο αυτό που είδαμε, αλλά εκείνος δεν ήθελε καμία ανάμειξη. Μου τόνισε ότι δεν ήθελε να καταλήξει σε τρελάδικο και με συμβούλεψε να αφήσω το θέμα στην ησυχία του γιατί δεν θα μου έβγαινε σε καλό. Όμως εγώ δεν μπορούσα να το αφήσω. Έπρεπε να μάθω την αλήθεια.
    Τους επόμενους μήνες είχα έρθει σε αδιέξοδο, αφού δεν μπορούσα να βρω κανένα καινούριο στοιχείο ή μαρτυρία. Οι αναμνήσεις μου από αυτή τη περίοδο είναι ασαφής και θολές, αλλά είμαι σίγουρος ότι συμπεριφερόμουν σαν ναρκομανής που δεν μπορεί να βρει την επόμενη δόση του.
    Ένα βράδυ, είδα ένα μικρό κορίτσι να στέκεται στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τον ουρανό. Στάθηκα δίπλα της με τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά της και την ρώτησα τι ήταν αυτό που ατένιζε τόσο επίμονα. Εκείνη, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της μου είπε: “Απλά τα αστέρια.” Ήταν η στιγμή που έκλαψα όσο ποτέ πριν στη ζωή μου. Την κοίταζα και σκεφτόμουν, ένιωθα σίγουρος, ότι δεν μπορούσε αυτό το πανέμορφο πλάσμα να είναι ψεύτικο. Ήταν αδύνατο. Πως μπόρεσα να κάνω τέτοιες βλάσφημες σκέψεις; Το μεγαλύτερο χτύπημα ήρθε όταν συνειδητοποίησα πως μόλις την πρωτοαντίκρυσα στο μπαλκόνι, για κάποια δευτερόλεπτα, δεν την αναγνώρισα. Δεν ήξερα ποια ήταν. Στεκόμουν ακίνητος, σαν να έχω μπροστά μου έναν, έστω ακίνδυνο, εισβολέα. Έναν πεντάχρονο εισβολέα. Πεντάχρονο; Πότε είχε συμβεί αυτό;
    Από το επόμενο πρωινό, οι έτσι κι αλλιώς καταδικασμένες σε αποτυχία έρευνές μου ήταν παρελθόν. Ο καθηγητής είχε δίκιο. Μόνο κακό θα έκανα στον εαυτό μου και στους γύρω μου. Έτσι, μετά από ένα διάλειμμα τριών ετών, η οικογένειά μου έγινε ξανά το μόνο πράγμα που είχε σημασία στη ζωή μου.
    Οι εφιάλτες έχουν πλέον μειωθεί, αν και δεν πιστεύω ότι θα σταματήσουν ποτέ, όπως ποτέ δεν θα σβήσει και ο φόβος μου για τον νυχτερινό ουρανό. Από τότε δεν έχω  καταφέρει να σηκώσω το βλέμμα μου προς τα εκεί μετά τη δύση του ηλίου και ούτε φαντάζομαι να τα καταφέρνω ποτέ. Υποθέτω όμως, πως θα μπορέσω να ζήσω με αυτά.
    Το ότι σταμάτησα να ερευνώ, δεν σημαίνει ότι έπαψα να πιστεύω στην παρουσία άλλων πολιτισμών ή οντοτήτων εκεί έξω. Για αυτό είμαι σίγουρος. Υπάρχουν “πράγματα” στο σύμπαν, ίσως ακόμη και στην γειτονιά μας, ίσως ακόμη και στο ίδιο μας το σπίτι, για τα οποία δεν έχουμε καμία γνώση και ίσως να μην αποκτήσουμε και ποτέ. Ίσως το ανθρώπινο μυαλό, όσο θαυμαστό κι αν θεωρείται σε γήινο επίπεδο, στο επίπεδο του σύμπαντος να είναι τόσο μικρό και περιορισμένο, που απλά αδυνατεί να τα αντιληφθεί.
    Πιστεύω πως εκείνη τη μέρα όλη η ανθρωπότητα ένιωσε το πόσο ασήμαντη και εύθραυστη είναι μπροστά στην απειροσύνη του άγνωστου σύμπαντος. Όλοι θα ένιωσαν λίγο σαν τα μυρμήγκια που ζουν μέσα σε έναν κόσμο γιγαντιαίων δίποδων και τετράποδων. Οι γίγαντες αγνοούν την ύπαρξη των πρώτων, και αρκεί ένα βήμα στο λάθος σημείο ώστε να καταστρέψουν έναν μικρόκοσμο αόρατο σε αυτούς. Το ίδιο πιστεύω ότι συνέβη και σε εμάς εκείνη τη μέρα. Κάποιος γίγαντας, πάτησε κατά λάθος στην ασήμαντη μυρμηγκοφωλιά μας, αν και για καλή μας τύχη δεν την κατέστρεψε τελείως.
    Τελικά, μπορεί όλο αυτό να ήταν και για καλό. Είναι νωρίς ακόμη για να βγούνε συμπεράσματα, αλλά μπορεί τώρα οι άνθρωποι να κατανοήσουν το πόσο αξιοθρήνητα λίγος είναι ο χρόνος ζωής, τόσο ενός μεμονωμένου ατόμου, όσο και ολόκληρου του είδους. Αυτό με τη σειρά του, μπορεί να τους κάνει να καταλάβουν το πόσο λανθασμένα έχει εξελιχθεί η κοινωνία τους και το πόσο ηλίθιοι είναι που επιτρέπουν τον εαυτό τους να κυβερνάται από κομμάτια χαρτί. Μα πόσο ηλίθιο μπορεί να είναι το εξυπνότερο ον αυτού του πλανήτη; Δεν περνάει ώρα που να μην κάνω αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου τελευταία.
    Παρέλειψα να αναφέρω τι είδα στο τέλος εκείνου του φαινομένου. Δεν ήταν προμελετημένο. Υποθέτω πως ακόμη και τώρα φοβάμαι να το καταγράψω, λες και με αυτό το τρόπο θα το κάνω να ζωντανέψει και να επιστρέψει στον ουρανό σήμερα το βράδυ. Όμως θα ολοκληρώσω την ιστορία μου. Εξάλλου, δεν περιμένω να με πιστέψει κανείς.
    Έμοιαζε με πλοκάμι. Δε μπορώ να το συγκρίνω με κάτι άλλο. Ένα άχρωμο πλοκάμι που τυλίχθηκε δύο φορές γύρω από την περιφέρεια της γκρίζας σφαίρας. Και αν είχε την ικανότητα να κάνει κάτι τέτοιο, δε μπορώ και δε θέλω να φανταστώ το μέγεθος – η χειρότερα, τη μορφή– του ιδιοκτήτη του. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, αυτή η βλασφημία κάθε λογικής (ή ακόμα και αρρωστημένης) σκέψης, άρπαξε τον πλανήτη και τον τράβηξε πίσω στο χαοτικό σκοτάδι του διαστήματος.
 κξαλαλκηγοιεαηιγαωναοθιρνωιαεθγηΗΦΟΑΗΙΓΚΑΗ΄ΓΆΠΙΡΠς;ΟΤ
ΓΙΚΜΝΙΚΒΝΑΟΙΒΟΝΙΡΑΗΓΑΟΙΝΗΟ[Α'ΝΙΗΑΟΠΑΟΠΑΕΡΟΙ
[ΑΜΒΝΑΝΔΚΛΑΣΓΞ'Α0ΑΡΕΙΥ[];
'\[];ΟΥ;Π[]ΣΔΠ[Κ,ΒΑΚΘ