Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι



Αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι

1

Το αδύναμο πορτοκαλί φως ήταν πάλι εκεί! Για τρίτη συνεχόμενη νύχτα ήταν εκεί. Και όπως τις προηγούμενες φορές, γεννιόταν λίγο πριν τη γραμμή των δέντρων και χανόταν βιαστικά μέσα σε αυτά. Ο Τζον μπορούσε να διακρίνει αυτό το “βιαστικά” ακόμη και από τόσο μακρυά, ακόμη και από τόσο ψηλά. Αυτό που δεν μπορούσε να διακρίνει από το παράθυρό του, ήταν το ποιος κρατούσε αυτό το φως. Αν ήταν άνθρωπος. Θα μπορούσε να είναι ένα μαγικό φως σαν αυτό που είδε να πέφτει μέσα στο δάσος πριν δέκα νύχτες. Γιατί εκείνο το φως ήταν σίγουρα μαγικό. Πως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει μια λευκή φωτεινή σφαίρα που έκανε κατακόρυφη βουτιά από τον ουρανό μέσα στην καρδιά του δάσους;
Όμως δεν ήταν πολλοί οι μάρτυρες εκείνου του μυστήριου φαινομένου, παρά μόνο τα παιδιά των οποίων το δωμάτιο βρισκόταν στη βόρεια πτέρυγα και μόνο εκείνα που αντί να κοιμούνται χάζευαν τον έξω κόσμο από τα παράθυρά τους τη συγκεκριμένη μοναδική στιγμή. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν πίστεψαν λέξη από όσα ο Τζον και οι άλλοι έξι τους περιέγραψαν την επόμενη μέρα. Έτσι, κι εκείνοι σταμάτησαν αμέσως τις προσπάθειές τους, πριν οι περιγραφές τους φτάσουν στα αφτιά των μεγάλων και τα πράγματα γίνουν πιο σοβαρά.
Το δάσος είχε πλέον καταπιεί το φως που τρεμοπαίζοντας έντονα μπήκε μέσα του. Ήταν λες και το ίδιο το φως φοβόταν να συνεχίσει βαθύτερα. Όμως ο κουβαλητής του φαίνεται να είχε περισσότερο θάρρος κι έτσι το φως δεν είχε άλλη επιλογή.
Αλλά ποιος είναι; Ποιος να είναι εκεί έξω μέσα στα άγρια μεσάνυχτα; αναρωτήθηκε ο Τζον, συνεχίζοντας να κοιτάζει το τοίχος από δέντρα, το οποίο φαινόταν να λέει αυστηρά στο διπλανό λιβάδι: «Ως Εδώ!»
Στο μυαλό του ήρθαν τώρα οι δύο γείτονές του και καλύτεροί του φίλοι. Η Μαίρη και ο Λούκας. Άραγε να ήταν ξύπνιοι; Και αν ναι, έβλεπαν και αυτοί το φως να μπαίνει στο δάσος; Θα μπορούσε να περάσει κρυφά στα δωμάτιά τους και να δει, αλλά αυτό ήταν μια ενέργεια που περιείχε σημαντικό ρίσκο. Σκέφτηκε τι είχε συμβεί την προηγούμενη φορά που - έχοντας άγνοια κινδύνου - επιχείρησαν να κάνουν κρυφά βόλτες το βράδυ και η ιδέα απορρίφθηκε από μόνη της. Θα τους ρωτούσε το πρωί, δε χάθηκε και ο κόσμος. Με αυτό στο μυαλό, ξάπλωσε και κοιμήθηκε.

2

«Τι ώρα;» ρώτησε ο Λούκας, αναμιγνύοντας τα κατσαρά μαλλιά του με τα χέρια του.
«Δε ξέρω», απάντησε ο Τζον. «Γύρω στα μεσάνυχτα».
«Μπα, κοιμόμουν σίγουρα εκείνη την ώρα».
«Κι εγώ το ίδιο», είπε η Μαίρη απαντώντας στο βλέμμα του Τζον που φαινόταν να της θέτει την ίδια ερώτηση.
«Όμως και οι δύο είδατε...» Κοίταξε τριγύρω και χαμηλώνοντας την ένταση της φωνής του σε ψίθυρο συνέχισε: «Την άσπρη σφαίρα. Μπορεί να έχει να κάνει κάτι με αυτό».
«Και;» ρώτησε απορημένος ο Λούκας.
«Και...δεν ξέρω», είπε ο Τζον ξεφυσώντας. «Αλλά νιώθω ότι κάτι πρέπει να κάνουμε για αυτό. Να το εξερευνήσουμε».
«Είσαι τρελός; Δεν μπορούμε να βγούμε από εδώ μέσα».
«Την άλλη βδομάδα είναι η εκδρομή στο δάσος», παρατήρησε η Μαίρη πριν κατεβάσει χωρίς δεύτερη αναπνοή το γάλα της.
«Σωστά! Θα είναι ευκαιρία να εξερευνήσουμε. Δεν έχουμε ξαναπάει εκδρομή από τότε που συνέβη. Ίσως κάτι να έχει αλλάξει εκεί μέσα».
Σε λίγες μέρες. Αλλά ποιος περίμενε λίγες μέρες; Πως μπορείς να σταματήσεις έναν δεκάχρονο από την εξερεύνηση ενός δάσους στο οποίο εμφανίζονται μαγικά φώτα; Η απάντηση είναι μία: Δεν μπορείς!
Ειδικά όταν το ίδιο βράδυ το φως των τελευταίων τριών ημερών δεν εμφανίστηκε, ο Τζον άρχισε να ανησυχεί. Φοβόταν ότι την επόμενη εβδομάδα θα ήταν πολύ αργά. Φοβόταν πως όποια μαγεία είχε φέρει η λευκή σφαίρα στο δάσος χάνονταν μέρα με τη μέρα, και όταν θα το επισκέπτονταν θα είχε εξαφανιστεί τελείως. Ο Τζον δεν θα το άντεχε κάτι τέτοιο.
Έτσι, μετά από μία ώρα έντονης διαμάχης με τον ίδιο του τον εαυτό για το τι έπρεπε να κάνει, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιό του.

3

«Λουκ;»
Ο Λούκας σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο που διάβαζε και η ανησυχία ανέλαβε να παραμορφώσει το πρόσωπό του αναλόγως.
Αυτό το καταραμένο βιβλίο, σκέφτηκε ο Τζον. Δεν έχει βαρεθεί να το διαβάζει; Από τότε που θυμόταν τον φίλο του, πάντα διάβαζε το ίδιο άτιτλο βιβλίο.
«Τι κάνεις εδώ; Αν σε δουνε-»
«Θα βγω έξω», τον διέκοψε ο Τζον κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Στο δάσος, τώρα. Έρχεσαι;»
«Τι; Είσαι με τα καλά σου; Είπαμε την άλλη εβδομάδα στην εκδρομή».
«Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι τότε».
«Γιατί; Τι σε έπιασε;»
«Δε μπορώ να το εξηγήσω, αλλά πρέπει να πάμε το συντομότερο. Θα έρθεις;»
«Όχι, δεν θα έρθω», απάντησε ο Λούκας φανερά εκνευρισμένος. «Και ούτε εσύ θα πας. Πήγαινε δίπλα και κοιμήσου. Θα τα πούμε αύριο». Έσβησε το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι του, ξάπλωσε και χώθηκε ολόκληρος κάτω από την κουβέρτα.
«Θέλεις να έρθεις Λούκας, το βλέπω πεντακάθαρα. Αλλά φοβάσαι. Παραδέξου το».
Το κατσαρό κεφάλι του Λούκας ξετρύπωσε από τα σκεπάσματα και του απάντησε: «Ναι, το παραδέχομαι ότι φοβάμαι. Φύγε τώρα πριν έρθει κανείς».
«Τελευταία σου λέξη;»
«Κοιμόμουν ήδη όταν ήρθες. Δεν μιλήσαμε ποτέ. Τελευταία φορά που σε είδα ήταν το απόγευμα στο θερμοκήπιο».
«Εντάξει», ψιθύρισε ο Τζον στον εαυτό του και επέστρεψε στο δωμάτιό του.
Άδειασε όλα τα ρούχα από την ντουλάπα και τα στοίβαξε στο κρεβάτι, κάτω από την κουβέρτα του. Κοίταξε στο δημιούργημά του και παρατήρησε ότι ήταν υπερβολικά παχύ. Επέστρεψε μερικά στη ντουλάπα και όταν ικανοποιήθηκε από το αποτέλεσμα βγήκε ξανά από το δωμάτιο.
«Μαίρη;»
Βρήκε τη Μαίρη στο κρεβάτι της όπως και τον Λούκας, αλλά σε αντίθεση με εκείνον, το φως ήταν κλειστό και η φίλη του κοιμόταν. Μισός μέσα και μισός έξω από το δωμάτιό της, έλεγξε το διάδρομο και ξαναψυθίρισε: «Μαίρη!»
Αλλά η Μαίρη κοιμόταν και το πήρε απόφαση ότι θα πήγαινε μόνος.
Με τα παπούτσια του στο χέρι, κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.

4

Ήταν πολύ ευκολότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Εκτός από τον φύλακα στην κεντρική είσοδο, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Και με τόσα πολλά παράθυρα να υπάρχουν στο κτήριο, δεν είχε καμία δουλειά να περάσει έστω και λίγο κοντά του. Ο μόνος εχθρός που θα μπορούσε να εμφανιστεί ήταν ο αέρας, ανοίγοντας διάπλατα το παράθυρο από το οποίο ο Τζον βγήκε στο προαύλιο. Και αν κάποιος το έβλεπε, θα το έκλεινε από μέσα. Και αν κάποιος το έκλεινε από μέσα, ο Τζον καλύτερα να μην επέστρεφε ποτέ.
Το προαύλιο ήταν εξίσου έρημο με το εσωτερικό του κτηρίου, παρόλα αυτά ο Τζον έτρεξε όσο γρηγορότερα του επέτρεπαν τα κοντά του πόδια προς τον φράκτη. Κουλουριάστηκε στη βάση του και περίμενε μερικές στιγμές να πάρει ανάσες και να ελέγξει ξανά τον περίγυρο του. Παρά την ευκολία με την οποία έφτασε μέχρι εκεί, η καρδιά του έτρεχε γρηγορότερα από ποτέ. Ένιωθε αγχωμένος για κάθε τι που έκανε. Με κάθε του αναπνοή εισέπνεε αγωνία και εξέπνεε φόβο. Κάπως έτσι πρέπει να νιώθει και κάποιος την ώρα που πραγματοποιεί ένα έγκλημα.
Ο συρμάτινος φράκτης είχε το διπλάσιο ύψος από τον ίδιο, αλλά τα ρομβοειδή κενά ανάμεσα στα σύρματα τον καθιστούσαν εύκολα αναρριχίσιμο.
Προσγειώθηκε στην εξωτερική πλευρά.
Έξω. Για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά χωρίς κάποιον πάνω από το κεφάλι του που να του λέει τι πρέπει να κάνει και που επιτρέπεται να βαδίζει. Για πρώτη φορά σε ένα κόσμο χωρίς περιορισμούς. Χωρίς πέτρινα και συρμάτινα σύνορα. Η αγωνία, το άγχος, ο φόβος και οι ενοχές εξαφανίστηκαν από τον οργανισμό του. Έμειναν από την άλλη πλευρά του φράκτη. Χωρίς αμφιβολία αναμένοντας τον να επιστρέψει, ώστε να καταλάβουν ξανά το μυαλό του. Για την ώρα όμως, ήταν καθαρός.
Μερικά μέτρα παραπέρα το μισό του σώμα κρύφτηκε κάτω από τα χόρτα του λιβαδιού. Άπλωσε τα χέρια του νιώθοντας το άγγιγμα τους καθώς περπατούσε. Ήταν λες και είχε πιαστεί χέρι-χέρι με αυτό και προχωρούσαν μαζί.
Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και τα ορατά αστέρια σε αυτόν χιλιάδες. Ήταν εντυπωσιακό το πόσο φως μπορούσαν αυτά και το φεγγάρι να παράγουν μέσα στη νύχτα. Κρατούσαν το σκοτάδι σε ασφαλή απόσταση από εκείνον. Όλα αυτά όμως εκεί έξω, γιατί μέσα στο δάσος, ήταν άλλη ιστορία.
Και σαν να άκουσαν το όνομά τους, τα δέντρα εμφανίστηκαν. Αρχαία και επιβλητικά μπροστά στο ασήμαντο λιβάδι που οδηγούσε σε αυτά.
Και ανάμεσα στα δέντρα, ένα φως. Το αδύναμο πορτοκαλί φως που ο Τζον έβλεπε από το δωμάτιό του τρία βράδια τώρα. Κινούταν και τρεμόπαιζε, όπως και από μακρυά. Κινούταν προς το μέρος του.
Το αγόρι ενστικτωδώς οριζοντιοποιήθηκε λες και μόλις τον είχαν πυροβολήσει, θάβοντας τον εαυτό του μέσα στα ψηλά χόρτα. Τελικά το φως ήταν και σήμερα εκεί. Μπορεί απλά να του ξέφυγε όταν κοιτούσε από το παράθυρό του. Αλλά πως ήταν δυνατό; Αφού δεν ξεκόλλησε στιγμή το βλέμμα του από εκεί;
Σήκωσε το κεφάλι του και προσπάθησε να δει ανάμεσα στα χόρτα. Το φως ήταν ακόμη ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων, ένα μέτρο πάνω από το έδαφος. Αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο, όταν και απλά έσβησε, λίγο πριν περάσει τα όρια του δάσους.
Το φως μπορεί να έπαψε να υπάρχει, όμως όχι και αυτός που το κουβαλούσε, γιατί ο Τζον πλέον άρχισε να ακούει καθαρά και γρήγορα βήματα να κατευθύνονται προς το μέρος του. Τελικά δεν ήταν κάποιο μαγικό φως. Ήταν απλά ένας άνθρωπος, ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε. Ένας άνθρωπος, που αν δεν μετακινούταν γρήγορα από την κρυψώνα του, θα πατούσε πάνω του.
Όμως δε πρόλαβε να κουνηθεί. Το μόνο που είδε ήταν μία σκιά, κι έπειτα ένιωσε ένα παπούτσι να πατάει στο δεξί του μπράτσο. Ακολούθησαν δύο κραυγές: μία δική του και μία αυτού που μόλις είχε σωριαστεί δίπλα του. Η σωστότερα, αυτής που είχε σωριαστεί δίπλα του, γιατί η κραυγή περιείχε τις θηλυκές, υψηλές ακουστικές συχνότητες.
Πιάνοντας το χέρι του, γύρισε για να αντικρίσει έναν υπνοβάτη.
«Μαίρη; Πω-» αλλά ήταν τα μόνα που μπόρεσε να αρθρώσει.
Η Μαίρη φορούσε ένα μακρύ παλτό με μια κουκούλα να καλύπτει το καστανό της κεφάλι. Έμεινε καθισμένη στο έδαφος, έκπληκτη.
«Ήρθα στο δωμάτιό σου πριν από λίγο», είπε ο Τζον μόλις πήρε πίσω τη μιλιά του. «Κοιμόσουν!»
Η Μαίρη του έριξε ένα βλέμμα που έλεγε: σου φαίνομαι να κοιμάμαι; Και τότε ο Τζον τα κατάλαβε όλα. Δεν ήταν η Μαίρη που κοιμόταν, αλλά τα ρούχα της, όπως ακριβώς και τα δικά του.
Έπειτα, σαν να του ήρθε αναλαμπή, συνέχισε: «Ώστε εσύ ήσουν! Εδώ έξω κάθε βράδυ». Το μάτι του έπεσε πάνω στο σβησμένο φαναράκι που κείτονταν δίπλα στο κορίτσι. «Ήσουν απλά εσύ και το φαναράκι».
Η Μαίρη χαμήλωσε τα φρύδια της σε αυτό. Ο γείτονάς της φαινόταν απογοητευμένος. «Γιατί τι περίμενες να είναι;» του απάντησε.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και πέταξε ακόμη μία ερώτηση: «Γιατί είπες ψέματα τότε; Γιατί το κράτησες μυστικό;» Η Μαίρη τώρα χαμήλωσε όχι μόνο το βλέμμα της αλλά ολόκληρο το κεφάλι της προς το έδαφος. «Υποτίθεται πως είμαστε οι καλύτεροι φίλοι», επέμεινε ο Τζον. «Γιατί;»
Η Μαίρη τότε πετάχτηκε όρθια χωρίς προειδοποίηση κάτι που έκανε τον Τζον να τρομάξει. «Δεν ξέρω, εντάξει;» του φώναξε, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Δεν ξέρω».
Στάθηκε στα πόδια της με το χορταριασμένο της μάλλινο παλτό κοιτάζοντας προς το δάσος.
«Ήμουν εγωίστρια», συμπλήρωσε μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και νιώθοντας τον Τζον να πλησιάζει προς το μέρος της. «Συγγνώμη».
Εκείνος την κράτησε από τον ώμο και ένιωσε το κεφάλι της να γέρνει και να ακουμπάει στον δικό του.
«Το είδες;» την ρώτησε κι εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
«Τι είναι;»
«Έλα», είπε η Μαίρη και ξεκίνησε να περπατάει προς το δάσος.
«Περίμενε! Εσύ λείπεις ήδη αρκετή ώρα».
«Τότε ας τρέξουμε».
Και τρέξανε.

5

«Κι εγώ έτσι ήμουν έφτασα εδώ για πρώτη φορά», σχολίασε η Μαίρη βλέποντας το σαγόνι του Τζον να πέφτει. Εκείνος, πήγε να δείξει με το χέρι του προς το κέντρο του κρατήρα αλλά το μάζεψε πίσω. Προσπάθησε να πει κάτι, αλλά πήρε και τις λέξεις πίσω επίσης. Και τι να έλεγε; Αφού αυτό που έβλεπε δε μπορούσε να υπάρχει. Τουλάχιστον όχι χωρίς να το έχει μάθει όλος ο κόσμος σε ακτίνα χιλιομέτρων. Γιατί φανταζόταν, πως κατά τη δημιουργία ενός κρατήρα τέτοιου μεγέθους, η Γη θα έτρεμε, τα δέντρα γύρω από αυτόν θα είχαν καταρρεύσει και ολόκληρο το δάσος θα έπιανε φωτιά. Εδώ, δεν είχε συμβεί τίποτε από όλα αυτά. Ήταν λες και απλά τα δέντρα έκαναν λίγο χώρο ώστε να φιλοξενήσουν ανάμεσά τους οτιδήποτε ήταν αυτό που έπεσε από τον ουρανό εκείνη τη μέρα. Οπότε, τι μπορούσε να πει;
Η Μαίρη ξεκίνησε να κατεβαίνει προσεκτικά από το χείλος του κρατήρα και ο Τζον ακολούθησε. «Πρόσεχε!» πρόσταξε η Μαίρη αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη λέξη, η ίδια ήταν εκείνη που γλίστρησε, χτυπώντας με τη πλάτη στην πλαγιά. Το φαναράκι που κρατούσε πέταξε από τα χέρια της, και διαγράφοντας μία ανοιχτή καμπύλη τροχιά προσγειώθηκε κοντά στο κέντρο του κρατήρα. Φυσικά, έγινε κομμάτια.
«Είσαι καλά;» φώναξε το αγόρι και τσούλησε προς το μέρος της.
«Ναι, αλλά το φανάρι έσπασε. Τι θα κάνουμε τώρα;»
«Ας πάμε κοντά στο φως».
Πλησίασαν προς το κέντρο, προς το φωσφορίζον βράχο που ήρθε από το διάστημα. Το μέγεθός του ήταν περίπου όσο ενός κλασσικού βαρελιού, αλλά το σχήμα του ακανόνιστο και ασύμμετρο. Εξέπεμπε ένα ανοιχτό βιολετί χρώμα, το οποίο τώρα είχε περιβάλλει τα δύο παιδιά. Είναι πανέμορφο, επαναλάμβαναν συνεχώς και ταυτόχρονα τα μυαλά τους.
Ο Τζον πλησίασε και έσκυψε μπροστά μπροστά από το βράχο. Γύρισε και κοίταξε τη φίλη του. «Τον άγγιξες;»
«Ναι. Μη φοβάσαι, δεν έγινε τίποτα».
Και πράγματι. Μπορεί σαν θέαμα να ήταν όντως εξωγήινο, αλλά στο άγγιγμα έμοιαζε με ένα βράχο σαν όλους τους άλλους. «Είδες κάτι διαφορετικό τις προηγούμενες φορές που ήρθες;» είπε ο Τζον και σηκώθηκε πάλι όρθιος.
«Όχι, τίποτα. Φαίνεται απλά σαν ένα βράχο που βγάζει φως. Αν και είμαι σίγουρη πως δεν είναι μόνο αυτό».
Φυσικά και δεν είναι μόνο αυτό, συμφώνησε νοητά ο Τζον.
«Πρέπει να γυρίσουμε πίσω τώρα. Δε μπορούμε να το ρισκάρουμε άλλο», είπε η Μαίρη.
«Εντάξει. Αλλά χάσαμε το φως. Μέσα στο δάσος είναι θεοσκότεινα. Χρειαζόμαστε φως».
Το δευτερόλεπτο που ο Τζον έβαζε τελεία στην φράση του, το αίμα και των δύο πάγωσε, γιατί ένα φαναράκι εμφανίστηκε μπροστά από το βράχο. Δεν ήταν το σπασμένο, εκείνο κείτονταν κομματιασμένο λίγα μέτρα παραπέρα. Ήταν ένα καινούριο. Ένα καινούριο που δεν υπήρχε τη προηγούμενη χρονική στιγμή. Ένα καινούριο που υλοποιήθηκε από το τίποτα. Από αέρα κοπανιστό.
Τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν με την ίδια απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους: Τι συνέβη μόλις τώρα;
Η Μαίρη πλησίασε διστακτικά και με αργές κινήσεις άπλωσε το χέρι της προς το φανάρι, σαν να ετοιμαζόταν να χαϊδέψει ένα άγριο θηρίο. Ο Τζον δίπλα της έβλεπε μέσα στο μυαλό του το χέρι της Μαίρης να περνάει μέσα από το φανάρι, σαν να ήταν μία οφθαλμαπάτη.
Όμως τελικά ήταν αληθινό, και η Μαίρη το κράτησε στα χέρια της. Κοίταξε σε αυτό κι έπειτα στο βράχο. Χωρίς να μετακινήσει το βλέμμα της είπε: «Είπες ότι χρειαζόμαστε φως, και τότε εμφανίστηκε το φαναράκι».
«Ναι. Και;»
«Χρειάζομαι ένα αυτοκίνητο!» φώναξε η Μαίρη απευθυνόμενη στο βράχο. Όμως τίποτα δε συνέβη.
«Τι; Νομίζεις ότι πραγματοποιεί ευχές;» είπε ο Τζον χαμογελώντας. Έπειτα γύρισε και έκανε τη δική του: «Χρειάζομαι λεφτά!»
Τίποτα.
«Χρειάζομαι ένα σκύλο!»
«Χρειάζομαι καινούρια παπούτσια!»
«Χρειάζομαι ένα μπολ με παγωτό φράουλα!»
«Χρειάζομαι καινούρια παιχνίδια!»
Όμως ο βράχος δεν αποκρίθηκε σε κανέναν από τους δύο, απογοητεύοντας τους ελαφρώς.
Ο Τζον ετοιμαζόταν να πει κάτι καινούριο, ίσως μια νέα ευχή, αλλά η Μαίρη τον διέκοψε απότομα με τη φωνή της. «Περίμενε!» είπε. Άφησε το φανάρι στο έδαφος και του έδειξε τα χέρια της. «Τι βλέπεις;»
«Τις...παλάμες σου;»
«Ναι, αλλά τι έχουν;»
«Είναι κόκκινες. Α! Έχουν παγώσει από το κρύο».
«Ακριβώς», είπε η Μαίρη και γύρισε ξανά προς το βράχο. «Χρειάζομαι γάντια!»
Και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Όπως κι ένα λεπτό νωρίτερα, ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια εμφανίστηκε στα πόδια της ως δια μαγείας. Με ένα πλατύ χαμόγελο, έσκυψε, τα σήκωσε και τα φόρεσε.
«Τώρα κατάλαβα», είπε ο Τζον. «Σου δίνει μόνο αυτά που πραγματικά χρειάζεσαι. Απίστευτο!»
«Σωστά, αλλά τώρα αυτό που πρέπει πραγματικά να κάνουμε είναι να γυρίσουμε πίσω».
«Έχεις δίκιο, πάμε. Αλλά θα ξανάρθουμε αύριο οπωσδήποτε».
Μετά από δύο βήματα όμως ο Τζον γύρισε απότομα προς την άλλη πλευρά. «Χρειαζόμαστε να γυρίσουμε στα δωμάτιά μας αμέσως!» φώναξε και άκουσε τη Μαίρη να βάζει τα γέλια.
«Έπρεπε να το δοκιμάσω» είπε εκείνος. «Αλλά για κάτσε μισό λεπτό. Αυτό δεν χρειαζόμαστε πραγματικά αυτή τη στιγμή; Να γυρίσουμε γρήγορα πίσω;»
Η Μαίρη φάνηκε να το σκέφτεται σοβαρά για μια στιγμή, αλλά τελικά το μόνο που έκανε ήταν να σηκώσει τους ώμους της.

6

Όπως το περίμενε, μόλις πήδηξαν το φράκτη και πέρασαν από την μέσα πλευρά του, η αγωνία, το άγχος και ο φόβος μπήκαν ξανά μέσα του. Τον περίμεναν υπομονετικά. Δεν πήγαν πουθενά. Ήταν λες και αποτελούσαν μία προέκταση του ίδιου του φράκτη. Χτίσε τοίχους, φράκτες και σύνορα και θα έχεις χτίσει το φόβο στα μυαλά των ανθρώπων, γιατί όλα αυτά φαίνεται να πηγαίνουν πακέτο. Γκρέμισε τα ή πήδα τα και θα νιώσεις ελεύθερος. Όπως ο Τζον εκείνο το βράδυ και όπως η Μαίρη τα τέσσερα τελευταία.

7

Μόλις ξύπνησε (νωρίτερα από το κουδούνι), η Μαίρη άκουσε ομιλίες από έξω και πήγε στο παράθυρό της να κοιτάξει. Ήταν ένα αυτοκίνητο και γύρω από αυτό καμιά δεκαριά άτομα. Ανάμεσά τους κι ένα παιδί, από τα μικρότερα εκεί μέσα. Το ήξερε μόνο εξ' όψεως. Ήταν η τυχερή του μέρα. Μια μέρα σαν αυτές που η Μαίρη ονειρευόταν κάθε βράδυ πριν την πάρει ο ύπνος, αλλά μια μέρα που ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα ερχόταν ποτέ για εκείνη. Είχε φτάσει ήδη στα δέκα της. Δεν είχε καμία τύχη.
Τύχη! σκέφτηκε και ένιωσε τον θυμό να αποστέλλεται σε κάθε σημείο του σώματός της με κάθε χτύπο της καρδιάς της. Βέβαια, πρέπει να είσαι τυχερός. Πρέπει να είσαι τυχερός για να έχεις οικογένεια. Πρέπει να είσαι τυχερός για να μην πεινάς. Πρέπει να είσαι τυχερός για να έχεις δουλειά. Πρέπει να είσαι τυχερός για να ζεις και όχι να επιζείς. Τυχερός! Και η Μαίρη εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκε αν ζούσε σε ένα πραγματικό ανθρώπινο κόσμο ή ένα μεγάλο καζίνο, σαν αυτά που είχε δει μια φορά στη τηλεόραση.
Όμως πόσο απείχε από την πραγματικότητα η σκέψη της; Μήπως είχε δίκιο τελικά; Μήπως ο κόσμος, η ζωή, δεν είναι ένα τεράστιο καζίνο; Γεμάτο αγνώστους και διάφορα παιχνίδια. Και το μόνο μετράει για το πως θα επιζήσεις μέσα σε αυτό, είναι το ύψος της στοίβας με τις μάρκες σου.
Αποφάσισαν να μην πουν τίποτα σε κανέναν, για την ώρα τουλάχιστον.
Η προγραμματισμένη εκδρομή αναβλήθηκε λόγω κακοκαιρίας, αλλά αυτό δεν τους πτόησε καθόλου. Έτσι κι αλλιώς, αποδείχθηκε πολύ εύκολο να το σκάνε και να πηγαίνουν μόνοι τους. Τόσο εύκολο, που ένιωθαν ότι εξίσου εύκολα κάποια μέρα θα τους πιάσουν.
Οι επισκέψεις στο διαστημικό βράχο γίνονταν μέρα παρά μέρα για να μειωθεί το όποιο ρίσκο. Κάθονταν απλά μπροστά του και χάζευαν το όμορφο και απόκοσμο χρώμα του. Πότε πότε, κατάφερναν να τον κάνουν να τους χαρίσει κάποια αντικείμενα. Ένα παλτό, μια ομπρέλα όταν μια νύχτα έπιασε ξαφνική μπόρα, ένα κομμάτι ψωμί τη μέρα που όλα τα παιδιά ήταν τιμωρημένα.
Μια μέρα από τις ενδιάμεσες όμως, η Μαίρη, παραβιάζοντας τη συμφωνία, πήγε μόνη της.
Λουσμένη από το βιολετί φως κάθισε στο έδαφος δίπλα στο βράχο, ακούμπησε το κεφάλι της στη σκληρή του επιφάνεια και έκλεισε τα μάτια της. Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν και τα μάτια της να παράγουν δάκρυα.
Προσπάθησε να μιλήσει: «Χ- Χρει-» αλλά το κλάμα δεν της επέτρεπε να αρθρώσει τις λέξεις.
Όταν ένα λεπτό αργότερα η ένταση των λυγμών είχε μειωθεί, και όταν άνοιξε τα μάτια της, για μία ελαχίστης διάρκειας στιγμή, ο κόσμος γύρω της είχε εξαφανιστεί. Τα δέντρα, ο κρατήρας, η νύχτα. Όλα είχαν χαθεί, εκτός από το βράχο. Όμως και αυτός ήταν διαφορετικός. Το φως που εξέπεμπε ήταν ένα απαλό γαλάζιο, σχεδόν άσπρο. Από τον υπόλοιπό κόσμο γύρω της, πρόλαβε να δει ότι βρισκόταν σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Πρόλαβε να δει ένα βουνό στον ορίζοντα, το οποίο έφτανε σε ύψη όμοιά του οποίου δεν είχε δει ή φανταστεί ποτέ της. Και κάτι τελευταίο, ακόμη πιο παράξενο. Στον ουρανό, πάνω από το βουνό, έλαμπαν δύο ήλιοι.
Όλα αυτά δεν διήρκεσαν παρά μόνο ένα μικρό κλάσμα αυτού που οι άνθρωποι ονομάζουν δευτερόλεπτο. Αλλά κλάσμα ή όχι, η Μαίρη ήταν σίγουρη για αυτό που είδε. Και όντας σίγουρη, στάθηκε στα πόδια της και έτρεξε γρηγορότερα από ποτέ.

8

Το επόμενο απόγευμα, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης ώρας τους, η Μαίρη στεκόταν στο κατώφλι του δωματίου της, περιμένοντας. Όταν είδε τον Τζον να εμφανίζεται στο διάδρομο, του έκανε νόημα και πέρασε στο δωμάτιο.
«Σήμερα είναι μέρα για το δάσος ε;» είπε εκείνος ενθουσιασμένος, αλλά χαμηλόφωνα. «Σκέφτηκα κάτι καινούριο που μπορούμε να πούμε...» Όμως η παγομάρα και η αδιαφορία της Μαίρης για τα λόγια του τον έκαναν να σταματήσει. Σε ανήσυχο τόνο αυτή τη φορά είπε: «Τι συνέβη; Φαίνεσαι περίεργη σήμερα. Και από το πρωί δεν έχεις μιλήσει σχεδόν καθόλου».
Η Μαίρη περπάτησε ως το κρεβάτι της και κάθισε στο σκληρό του στρώμα. «Θα σου πω, αλλά θα με περάσεις για τρελή».
«Όχι, ποτέ», απάντησε κατηγορηματικά εκείνος και κάθισε δίπλα της. Παρατήρησε το πρόσωπό της. Από κοντά φαινόταν ακόμη πιο διαφορετική σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες. Σε σχέση με χθες. Ήταν λες και είχε δει κάποιο φάντασμα το προηγούμενο βράδυ. Και μόλις σκέφτηκε τη λέξη “βράδυ”, όλα στο μυαλό του ξεδιάλυναν. Μόνο ένα πράγμα μπορούσε να της είχε συμβεί. «Πήγες έξω το βράδυ μόνη σου, έτσι δεν είναι;» Σε αντίθεση με τη πρώτη μέρα στο λιβάδι, αυτή τη φορά δεν της το είπε με σκοπό να την μαλώσει.
«Ναι».
«Και έγινε κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά, σωστά;»
«Ναι».
«Τι συνέβη, Μαίρη;»
«Κλείσε την πόρτα».

9

Ο Τζον είχε δίκιο μπαίνοντας στο δωμάτιο της Μαίρης. Ήταν πράγματι μέρα για το δάσος. Αυτό που δεν ήξερε όταν έκανε αυτή τη δήλωση, ήταν πως πιθανότατα να ήταν η τελευταία μέρα στο δάσος.
Η Μαίρη στεκόταν δίπλα του κρατώντας το χέρι του. Ο βράχος μπροστά τους γεννούσε ακούραστα από κάποια άγνωστη και αόρατη πηγή το βιολετί του φως, βάφοντας με αυτό τα πρόσωπα των παιδιών.
«Κι αν ο Λούκας δε βρει το σημείωμα;» είπε η Μαίρη.
«Θα το βρει. Το έβαλα στο βιβλίο του. Ξέρεις, αυτό που διαβάζει από τότε που γεννήθηκε».
Η Μαίρη γέλασε με αυτό. Είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα. Ήταν αισιόδοξη. Ένα συναίσθημα που γνώρισε για πρώτη φορά μόλις λίγα λεπτά νωρίτερα και δεν ήθελε να το αποχωριστεί ποτέ της.
Ο Τζον πήρε ξανά το λόγο: «Ίσως όμως έπρεπε να έρθουμε όλοι σήμερα. Μια κι έξω».
«Κι αν δε συμβεί τίποτα; Σου είπα, δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για τίποτα. Πως θα γυρνούσαμε πίσω μετά, τόσα πολλά παιδιά; Δεν υπήρχε περίπτωση να μη μας πάρουν χαμπάρι».
«Ναι, αλλά, μετά οι άλλοι μπορεί να μην τα καταφέρουν. Μπορεί να αρχίσουν να κλειδώνουν τις πόρτες και τα παράθυρα».
«Δε νομίζω να το κάνουν αυτό. Είναι τόσο ηλίθιοι, που θα μείνουν στην ίδια τακτική που ακολουθούσαν μέχρι τώρα».
«Και ποια είναι αυτή;»
«Οι αυστηροί τους κανόνες. Ο φόβος που μας επιβάλουν. Το είδες και μόνος σου, πόσο εύκολα το σκάγαμε τα βράδια. Δεν ήταν κανείς να μας εμποδίσει. Εμείς οι ίδιοι εμποδίζαμε τον εαυτό μας. Φύτεψαν το φόβο μέσα στα μυαλά μας και μας έκαναν να τρέμουμε να βγούμε από τα δωμάτιά μας. Δεν υπήρχαν φύλακες να κάνουν περιπολίες στους διαδρόμους. Δεν χρειαζόταν να κάνουν κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που τους είχαν βάλει μέσα στα κεφάλια μας. Είμαι σίγουρη πως τα παιδιά θα τα καταφέρουν. Θα βρουν τρόπο για να μας ακολουθήσουν».
Ο Τζον έμεινε σιωπηλός, ελπίζοντας η Μαίρη να είχε δίκιο.
«Έτοιμος;» ρώτησε το κορίτσι.
«Έτοιμος», αποκρίθηκε το αγόρι.
Και με μια φωνή δήλωσαν προς το βράχο που έπεσε από το διάστημα: «Χρειαζόμαστε ένα σπίτι».

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

112 Λεπτά Μετά


112 Λεπτά Μετά

Στις 4 Αυγούστου του 2036 έλαβε χώρα το πιο αλλόκοτο και παρανοϊκό φαινόμενο στην καταγεγραμμένη ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν γνωρίζω εάν ο αριθμός αυτών που τρελάθηκαν ή αυτοκτόνησαν ή πνίγηκαν ως αποτέλεσμα αυτού, βρίσκεται στην κλίμακα των χιλιάδων ή των εκατομμυρίων. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα, είναι πως ο αριθμός θα πολλαπλασιαζόταν, αν όλος ο κόσμος έβλεπε αυτό που είδα εγώ στο τέλος.
    Πέρα από την παράνοια και τον θάνατο, εκείνη την ημέρα, πολλές θρησκείες καταργήθηκαν και νέες γεννήθηκαν, ενώ όσοι επιστήμονες δεν έσκισαν τα πτυχία τους, προσπάθησαν – μάταια έως τώρα – να χωρέσουν στις εξισώσεις και τις θεωρίες τους αυτό που συνέβη. Σχεδόν ολόκληρη η κοσμοθεωρία που είχε θεμελιωθεί με το πέρασμα τον αιώνων, βούλιαξε σαν τρύπια βάρκα στον ωκεανό των νέων, τρελών δεδομένων.
    Το φαινόμενο είχε διάρκεια 112 λεπτών και ήταν ορατό σε Ευρώπη, Αφρική και το μεγαλύτερο μέρος της Ασίας. Είτε 112 λεπτά όμως, είτε 112 δευτερόλεπτα, θαρρώ πως το αποτέλεσμα θα ήταν παρόμοιο. Βρισκόμουν στο σπίτι μου, στα βορειοανατολικά προάστια του Βόλου όταν συνέβη. Ήταν δύο μετά τα μεσάνυχτα. H γυναίκα μου με την κόρη μου κοιμόντουσαν και δεν είδαν τίποτα, κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμον.
    Αρχικά, πιο πολύ ένιωσα, παρά είδα, ένα έντονο λευκό φως να μπαίνει από το παράθυρο. Νόμισα πως κάποιος γείτονας άνοιξε ένα δυνατό προβολέα για λόγους άγνωστους σε εμένα, και βγήκα στο μπαλκόνι ώστε να ικανοποιήσω την περιέργειά μου.
    Λέγεται ότι η διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό κι έναν κακό συγγραφέα, είναι ότι ο πρώτος θα βρει τις λέξεις για να περιγράψει το απερίγραπτο. Εκείνο το βράδυ όμως, δε νομίζω ότι ήταν δυνατό να βρεθεί κάποιος τόσο καλός, ώστε να περιγράψει, όχι αυτό που έβλεπα, το οποίο όσο τρελό και αν ήταν, η παρουσία του ήταν συγκεκριμένη και αδιαπραγμάτευτη, αλλά αυτά που αισθάνθηκα για 112 λεπτά, με αποκορύφωμα το παρανοϊκό φινάλε.
    Θεωρούσα πως ό,τι ομορφότερο είχα αντικρίσει ποτέ μου, ήταν το ύψους ογδόντα – τότε – εκατοστών πλάσμα που είχε έρθει στη ζωή μου δύο χρόνια πριν το συμβάν. Παρόλα αυτά, οφείλω να παραδεχθώ, με μια δόση ντροπής είναι η αλήθεια, ότι αυτό που αντίκρισα εκείνη τη νύχτα ήταν εξίσου – αν όχι περισσότερο – εκθαμβωτικό, άσχετα με τα όσα δεινά έφερε στον κόσμο.
    Μόλις έκανα το πρώτο μου βήμα στο μπαλκόνι, το σώμα μου και το μυαλό μου παρέλυσαν για άγνωστο χρονικό διάστημα, αφού αυτό που έβλεπα δεν ήταν δυνατό να υφίσταται σύμφωνα με τους κανόνες της φύσης και της λογικής που ήταν γνωστοί έως τότε. Νομίζω ότι άκουσα κραυγές γύρω μου, αλλά δεν έδωσα σημασία. Δεν ξέρω πόσα λεπτά ξόδεψα κοκαλωμένος εκεί. Τα μάτια μου συνέχιζαν να μεταδίδουν την ίδια εικόνα, μέχρι τελικά να καταφέρουν να πείσουν τον εγκέφαλο μου για την αυθεντικότητά της, σπάζοντας έτσι την παράλυση.
    Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως ήρθε το τέλος του κόσμου και ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέθαινα, μια σκέψη που έστειλε ένα ρίγος να διαπεράσει το σώμα μου. Όμως δεν πέθανα. Αντί αυτού, κάθισα στα κρύα πλακάκια κοιτάζοντας στον ουρανό. Όσοι δεν έτρεξαν πανικόβλητοι και όσοι δεν πήδηξαν από τα παράθυρά τους, έπραξαν το ίδιο. Έπειτα, θεώρησα πως κάποια αόρατη δύναμη, κάποιος Θεός, είχε σπρώξει το φεγγάρι, φέρνοντας το δίπλα στη Γη. Αλλά και σε αυτό ήμουν λάθος, γιατί σε μια γωνιά του ουρανού μπορούσα να ξεχωρίσω την μικρή, ασήμαντη, βαρετή και γνωστή σε όλους σελήνη.
    Ο πλανήτης ο οποίος επίταξε τον μισό ουρανό εκείνη τη νύχτα δεν ήταν η σελήνη. Είχε το μεγαλύτερο μέρος της γκρίζας, βραχώδης επιφάνειάς του στο φως, αφήνοντας ένα λεπτό μισοφέγγαρο στο απόλυτο σκοτάδι. Η ποσότητα του φωτός που αντανακλούσε ήταν τόσο μεγάλη, που μετέτρεψε την νύχτα σε μέρα. Το μέγεθος αυτού του ουράνιου σώματος ήταν τερατώδες και σχεδόν γέμιζε ολόκληρο το οπτικό μου πεδίο. Ήθελα να τραβήξω το βλέμμα μου από εκεί, αλλά ήταν αδύνατο, και τότε ήταν που ο τρόμος με πλημμύρισε, νου και σώμα. Ένιωσα πως αν δεν κατάφερνα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τον ουρανό θα κατέληγα στην τρέλα, όπως τόσοι άλλοι.
    Όπως ανέφερα, η επιφάνεια ήταν βραχώδης, θυμίζοντας έντονα τη σελήνη, με τους τεράστιους κρατήρες και τα αγνώστου βάθους φαράγγια να αποκαλύπτουν ένα τραυματικό παρελθόν γεμάτο συγκρούσεις. Εκ πρώτης όψεως, δεν φαινόταν να υπήρχε κάποιο ίχνος ζωής ή πολιτισμού, αν και αυτή δεν είναι παρά μια εικασία. Μετά από εκείνη τη νύχτα, έγινα υποστηρικτής του δόγματος, “όλα είναι δυνατά.” Ο τρόμος και η απειλή που ένιωσα, πήγαζαν κυρίως από το μέγεθος του όλου σκηνικού και την σκοτεινή πλευρά του πλανήτη. Μου είναι δύσκολο να μεταφέρω την κλίμακα των πραγμάτων. Αν η σελήνη αντιστοιχούσε σε μία φακή, τότε αυτός ο μυστηριώδης πλανήτης θα ήταν μία μπάλα του μπάσκετ. Όσο για την αφώτιστη πλευρά του η οποία μου πάγωνε το αίμα, αν ο χάρος είχε κάποιο λημέρι, τότε σίγουρα θα ήταν κάπως έτσι. Η μαυρίλα αυτού του μισοφέγγαρου ήταν τρομακτικά απόλυτη και τίποτα καλό δεν μπορούσα να βρίσκεται μέσα σε αυτήν. Αυτό ήταν και το μέρος στο οποίο ταξίδευα στους εφιάλτες που ακολούθησαν αργότερα.
    Τα όποια σενάρια ότι όλο αυτό ήταν απλά μια τεράστια και κακόγουστη φάρσα καταρρίφθηκαν άμεσα από τον ίδιο τον πλανήτη και τις αγνώστου μεγέθους ελκτικές δυνάμεις που άσκησε στην Γη, κάνοντας ακόμη και τις θάλασσες να τρελαθούν. Σχετικά με αυτό, νομίζω ότι αρκεί να αναφέρω πως όλες οι παραθαλάσσιες πόλεις της Μεσογείου, είτε πλημμύρισαν, είτε βυθίστηκαν εξολοκλήρου κάτω από την επιφάνεια του νερού και χιλιάδες άνθρωποι πνίγηκαν στον ύπνο τους.
    Το σώμα μου δεν σταμάτησε στιγμή να τρέμει κατά τη διάρκεια εκείνων των 112 λεπτών. Το μέγεθος του τρόμου μου μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την μάζα αυτού του...πράγματος εκεί πάνω. Ακόμη και σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, αποφεύγω να σηκώσω τα μάτια μου στον ουρανό. Τρέμω στην ιδέα ότι θα το ξαναδώ να στέκεται εκεί, με τους σκοτεινούς του κρατήρες να μοιάζουν με γιγαντιαία, άψυχα μάτια που κατασκοπεύουν τη Γη και την αφώτιστη πλευρά του να κρύβει πλάσματα βγαλμένα από τους χειρότερους εφιάλτες του ανθρώπινου μυαλού. Πιο πολύ απ' όλα όμως, τρέμω ότι θα ξαναδώ αυτό που αντίκρισα λίγο πριν ο πλανήτης εξαφανιστεί, αυτό που με έκανε να βγάλω μια κραυγή που κόντεψε να με πνίξει και να σφραγίσω το στόμα μου με την παλάμη μου σε μια μάταιη προσπάθεια να αποφύγω τον εμετό. Δεν θα αρνηθώ επίσης, ότι η παρόρμηση που ένιωσα για να πηδήξω από το μπαλκόνι ήταν κάτι παραπάνω από έντονη.
    Σύμφωνα με τον υπόλοιπο κόσμο, κάποια στιγμή, ο πλανήτης απλά έπαψε να υπάρχει στον ουρανό. Δεν μπορούσα παρά να ενστερνιστώ κι εγώ αυτήν την άποψη. Άλλωστε, αυτό που είδα ξεπερνούσε κατά πολύ τα ήδη ξεπερασμένα όρια της λογικής, όποτε θεώρησα ότι απλά το φαντάστηκα μέσα στο πανδαιμόνιο της στιγμής. Δεν πέρασαν πολλές μέρες όμως, όταν διάβασα την μαρτυρία ενός ψαρά από την Εσθονία, ο οποίος υποστήριζε ότι είδε το ίδιο πράγμα με εμένα. Δεν μπορούσε ναείναι σύμπτωση, αφού η περιγραφή του ταίριαζε απόλυτα με την δική μου και αποκλείεται δύο ξεχωριστά μυαλά να φαντάστηκαν το ίδιο – συγκεκριμένο –  πράγμα. Φυσικά, όλοι τον πέρασαν για τρελό, αλλά όχι εγώ. Εκείνη τη μέρα σιγουρεύτηκα πως αυτό που αντίκρισα δεν ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου.
    Τότε ξεκίνησε μια πραγματικά άσχημη περίοδος για μένα. Πρώτα ήρθαν οι εφιάλτες. Σχεδόν κάθε βράδυ, βλέπω πως στέκομαι στο μπαλκόνι, λουσμένος με το φως του κολοσσιαίου πλανήτη. Σιγά-σιγά αρχίζω να αιωρούμαι και συνειδητοποιώ ότι ο πλανήτης είναι αυτός ο οποίος με τραβάει με την ανυπολόγιστη μάζα του. Βλέπω την Γη να απομακρύνεται κάτω από τα πόδια μου χωρίς να μπορώ να αντιδράσω και η αίσθηση του καψίματος καθώς βγαίνω από την ατμόσφαιρα μοιάζει
ανατριχιαστικά αληθινή. Όσο πλησιάζω προς την σκοτεινή πλευρά, τόσο αυξάνει και η ταχύτητα της πτήσης μου προς το άγνωστο και το εξωγήινο, και σύμφωνα με το ένστικτο μου, προς το θάνατο. Το όνειρο – και ο ύπνος μου – διακόπτονται βίαια λίγο πριν χτυπήσω στην επιφάνεια.
    Οι εφιάλτες δεν ήταν το χειρότερο. Μόλις ενημερώθηκα για την μαρτυρία του ψαρά, άρχισα να αμφισβητώ τα πάντα σχετικά με την ύπαρξη του ανθρώπου, της ζωής, και του κόσμου ολάκερου. Πίστευα πως όλα ήταν ένα πείραμα ή κάποιο παιχνίδι οντοτήτων που υπάρχουν στο σύμπαν και για τις οποίες δεν έχουμε την παραμικρή γνώση, ότι οι ζωές μας είναι ψεύτικες.
    Ξόδεψα τα τρία εκείνα χρόνια σε έναν αφελή αγώνα αναζήτησης της αλήθειας. Ήθελα να μάθω τι κρυβόταν πίσω από όλα αυτά γιατί αλλιώς ένιωθα ότι θα τρελαινόμουν. Έψαξα απεγνωσμένα για ανθρώπους που δήλωναν ότι είχαν δει το ίδιο με εμένα, αλλά δεν ήμουν τυχερός. Οι δύο πρώτοι που βρήκα είχαν αυτοκτονήσει και ο τρίτος βρισκόταν κλεισμένος σε ψυχιατρική κλινική. Ο τέταρτος και τελευταίος, ήταν ένας καθηγητής ανθρωπολογίας στην Ουαλία, η νοητική κατάστασή του οποίου ήταν φυσιολογική και κατάφερα να επικοινωνήσω μαζί του. Προσπάθησα να τον πείσω πως έπρεπε να πούμε στον κόσμο αυτό που είδαμε, αλλά εκείνος δεν ήθελε καμία ανάμειξη. Μου τόνισε ότι δεν ήθελε να καταλήξει σε τρελάδικο και με συμβούλεψε να αφήσω το θέμα στην ησυχία του γιατί δεν θα μου έβγαινε σε καλό. Όμως εγώ δεν μπορούσα να το αφήσω. Έπρεπε να μάθω την αλήθεια.
    Τους επόμενους μήνες είχα έρθει σε αδιέξοδο, αφού δεν μπορούσα να βρω κανένα καινούριο στοιχείο ή μαρτυρία. Οι αναμνήσεις μου από αυτή τη περίοδο είναι ασαφής και θολές, αλλά είμαι σίγουρος ότι συμπεριφερόμουν σαν ναρκομανής που δεν μπορεί να βρει την επόμενη δόση του.
    Ένα βράδυ, είδα ένα μικρό κορίτσι να στέκεται στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τον ουρανό. Στάθηκα δίπλα της με τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά της και την ρώτησα τι ήταν αυτό που ατένιζε τόσο επίμονα. Εκείνη, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της μου είπε: “Απλά τα αστέρια.” Ήταν η στιγμή που έκλαψα όσο ποτέ πριν στη ζωή μου. Την κοίταζα και σκεφτόμουν, ένιωθα σίγουρος, ότι δεν μπορούσε αυτό το πανέμορφο πλάσμα να είναι ψεύτικο. Ήταν αδύνατο. Πως μπόρεσα να κάνω τέτοιες βλάσφημες σκέψεις; Το μεγαλύτερο χτύπημα ήρθε όταν συνειδητοποίησα πως μόλις την πρωτοαντίκρυσα στο μπαλκόνι, για κάποια δευτερόλεπτα, δεν την αναγνώρισα. Δεν ήξερα ποια ήταν. Στεκόμουν ακίνητος, σαν να έχω μπροστά μου έναν, έστω ακίνδυνο, εισβολέα. Έναν πεντάχρονο εισβολέα. Πεντάχρονο; Πότε είχε συμβεί αυτό;
    Από το επόμενο πρωινό, οι έτσι κι αλλιώς καταδικασμένες σε αποτυχία έρευνές μου ήταν παρελθόν. Ο καθηγητής είχε δίκιο. Μόνο κακό θα έκανα στον εαυτό μου και στους γύρω μου. Έτσι, μετά από ένα διάλειμμα τριών ετών, η οικογένειά μου έγινε ξανά το μόνο πράγμα που είχε σημασία στη ζωή μου.
    Οι εφιάλτες έχουν πλέον μειωθεί, αν και δεν πιστεύω ότι θα σταματήσουν ποτέ, όπως ποτέ δεν θα σβήσει και ο φόβος μου για τον νυχτερινό ουρανό. Από τότε δεν έχω  καταφέρει να σηκώσω το βλέμμα μου προς τα εκεί μετά τη δύση του ηλίου και ούτε φαντάζομαι να τα καταφέρνω ποτέ. Υποθέτω όμως, πως θα μπορέσω να ζήσω με αυτά.
    Το ότι σταμάτησα να ερευνώ, δεν σημαίνει ότι έπαψα να πιστεύω στην παρουσία άλλων πολιτισμών ή οντοτήτων εκεί έξω. Για αυτό είμαι σίγουρος. Υπάρχουν “πράγματα” στο σύμπαν, ίσως ακόμη και στην γειτονιά μας, ίσως ακόμη και στο ίδιο μας το σπίτι, για τα οποία δεν έχουμε καμία γνώση και ίσως να μην αποκτήσουμε και ποτέ. Ίσως το ανθρώπινο μυαλό, όσο θαυμαστό κι αν θεωρείται σε γήινο επίπεδο, στο επίπεδο του σύμπαντος να είναι τόσο μικρό και περιορισμένο, που απλά αδυνατεί να τα αντιληφθεί.
    Πιστεύω πως εκείνη τη μέρα όλη η ανθρωπότητα ένιωσε το πόσο ασήμαντη και εύθραυστη είναι μπροστά στην απειροσύνη του άγνωστου σύμπαντος. Όλοι θα ένιωσαν λίγο σαν τα μυρμήγκια που ζουν μέσα σε έναν κόσμο γιγαντιαίων δίποδων και τετράποδων. Οι γίγαντες αγνοούν την ύπαρξη των πρώτων, και αρκεί ένα βήμα στο λάθος σημείο ώστε να καταστρέψουν έναν μικρόκοσμο αόρατο σε αυτούς. Το ίδιο πιστεύω ότι συνέβη και σε εμάς εκείνη τη μέρα. Κάποιος γίγαντας, πάτησε κατά λάθος στην ασήμαντη μυρμηγκοφωλιά μας, αν και για καλή μας τύχη δεν την κατέστρεψε τελείως.
    Τελικά, μπορεί όλο αυτό να ήταν και για καλό. Είναι νωρίς ακόμη για να βγούνε συμπεράσματα, αλλά μπορεί τώρα οι άνθρωποι να κατανοήσουν το πόσο αξιοθρήνητα λίγος είναι ο χρόνος ζωής, τόσο ενός μεμονωμένου ατόμου, όσο και ολόκληρου του είδους. Αυτό με τη σειρά του, μπορεί να τους κάνει να καταλάβουν το πόσο λανθασμένα έχει εξελιχθεί η κοινωνία τους και το πόσο ηλίθιοι είναι που επιτρέπουν τον εαυτό τους να κυβερνάται από κομμάτια χαρτί. Μα πόσο ηλίθιο μπορεί να είναι το εξυπνότερο ον αυτού του πλανήτη; Δεν περνάει ώρα που να μην κάνω αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου τελευταία.
    Παρέλειψα να αναφέρω τι είδα στο τέλος εκείνου του φαινομένου. Δεν ήταν προμελετημένο. Υποθέτω πως ακόμη και τώρα φοβάμαι να το καταγράψω, λες και με αυτό το τρόπο θα το κάνω να ζωντανέψει και να επιστρέψει στον ουρανό σήμερα το βράδυ. Όμως θα ολοκληρώσω την ιστορία μου. Εξάλλου, δεν περιμένω να με πιστέψει κανείς.
    Έμοιαζε με πλοκάμι. Δε μπορώ να το συγκρίνω με κάτι άλλο. Ένα άχρωμο πλοκάμι που τυλίχθηκε δύο φορές γύρω από την περιφέρεια της γκρίζας σφαίρας. Και αν είχε την ικανότητα να κάνει κάτι τέτοιο, δε μπορώ και δε θέλω να φανταστώ το μέγεθος – η χειρότερα, τη μορφή– του ιδιοκτήτη του. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, αυτή η βλασφημία κάθε λογικής (ή ακόμα και αρρωστημένης) σκέψης, άρπαξε τον πλανήτη και τον τράβηξε πίσω στο χαοτικό σκοτάδι του διαστήματος.
 κξαλαλκηγοιεαηιγαωναοθιρνωιαεθγηΗΦΟΑΗΙΓΚΑΗ΄ΓΆΠΙΡΠς;ΟΤ
ΓΙΚΜΝΙΚΒΝΑΟΙΒΟΝΙΡΑΗΓΑΟΙΝΗΟ[Α'ΝΙΗΑΟΠΑΟΠΑΕΡΟΙ
[ΑΜΒΝΑΝΔΚΛΑΣΓΞ'Α0ΑΡΕΙΥ[];
'\[];ΟΥ;Π[]ΣΔΠ[Κ,ΒΑΚΘ

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Η Στάση



Η Στάση

2 Δεκεμβρίου 2013. Θεωρώ πιο πιθανό να ξεχάσω το πότε γεννήθηκα παρά αυτήν τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
Τι συνέβη εκείνη τη μέρα;
Στο ξεκίνημά της, ήταν μια μέρα όπως όλες οι άλλες. Σηκώθηκα από το κρεβάτι με τα χίλια ζόρια και μετά από έξι επτάλεπτες αναβολές στο ξυπνητήρι. Αλλά όλη η φασαρία ήταν να τινάξω από πάνω μου το πάπλωμα, το οποίο, όπως κάθε πρωί, είχε όρεξη για αγκαλίτσες και αγάπες. Άπαξ και το κατάφερνα, ήμουν ξύπνιος και έτοιμος. Εντάξει, και καθυστερημένος. Έκανα άλλη μία – μάταιη – επισήμανση στον εαυτό μου ότι δεν έπρεπε να καθυστερώ κάθε μέρα στη δουλεία. Δεν ήθελα να την χάσω. Όχι πως ήτανε και τίποτα σπουδαίο, αλλά ποιος περίμενε άλλα τρία – τέσσερα χρόνια για να βρει καινούρια – η οποία ήταν εξίσου πιθανό να ήταν ακόμη ένα τέρας που μασουλούσε λαίμαργα δέκα ώρες από την καθημερινή μου ζωή;
Τέλος πάντων, ετοιμάστηκα, βγήκα στο δρόμο και κατευθύνθηκα προς τη στάση του λεωφορείου. Τα μισούσα τα λεωφορεία, παρεμπιπτόντως. Προτιμούσα να διανύσω την απόσταση των 45 λεπτών περπατώντας, παρά να μπω εκεί μέσα. Αλλά από τη στιγμή που είχα ήδη αργήσει, έπρεπε να τιμωρηθώ.
Η στάση ήταν γεμάτη (κλασσικά) και είχα ήδη αρχίσει να εκνευρίζομαι. Ξεκίνησα να μελετάω τους ανθρώπους γύρω μου, όπως έκανα πάντα. Το έχω αυτό το χούι. Όταν κάποιος στέκεται κοντά μου ή ο δρόμος μας φέρνει να περάσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, πάντα θα ρίξω έστω και μία ματιά στο πρόσωπο. Απλά το κάνω. Δεν έχω ιδέα ως προς το γιατί του πράγματος. Δε ξέρω καν εάν αυτό θεωρείται καλό ή κακό από τον κόσμο.
Οπότε, έκοψα αρκετές φάτσες καθώς περίμενα. Όλων των ειδών τις φάτσες. Ηλικιωμένες, μαθητικές, φοιτητικές, όμορφες, άσχημες, νυσταγμένες, βαμμένες, άβαφες, με τσίμπλες ή χωρίς. Στέκονταν όλοι εκεί και κανείς δεν μιλούσε, λες και οι ζωές τους είχαν προς στιγμή τεθεί σε κατάσταση αναμονής, αναστέλλοντας τις λειτουργίες τους μέχρι να έρθει το λεωφορείο και να πατηθεί ξανά το play της ζωής τους. Κι αν όμως δεν ερχόταν το λεωφορείο; Τι θα συνέβαινε; Θα έμεναν για πάντα εκεί σαν αγάλματα; Μπα, δε νομίζω. Θα έπαιρναν τα πόδια τους και θα περπατούσαν, τι διάολο! Όχι;
Αλλά τελικά ήρθε, και η δικιά μου ζωή ήταν αυτή που δέχτηκε μια αόρατη σπρωξιά που την έβαλε στο διπλανό μονοπάτι από αυτό που ακολουθούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όχι, δεν ήταν το λεωφορείο αυτό που έδωσε τη σπρωξιά. Όχι βέβαια. Άλλωστε τα μισώ τα λεωφορεία, δεν είπαμε; Ήταν η κοπέλα που έτρεχε πίσω από το λεωφορείο, προσπαθώντας να το προλάβει.
Τελικά αυτή το πρόλαβε...εγώ πάλι όχι.
Όταν συνειδητοποίησα ότι την κοίταζα σα βλαμμένο να μπαίνει στο λεωφορείο, οι πόρτες είχαν ήδη κλείσει. Αλλά ποιος νοιαζόταν; Μόλις είχα αντικρίσει την μία και μοναδική. Πως ήξερα ότι ήταν αυτή; Απλά το ήξερα. Δεν επιδέχεται εξήγησης. Είναι σαν να προσπαθείς να εξηγήσεις πως δημιουργήθηκε το σύμπαν. Αλλά, πιστέψτε με, το ήξερα από το πρώτο νανοδευτερόλεπτο. Από τη στιγμή που τα μάτια μου έστειλαν ένα ηλεκτρικό σήμα με την εικόνα της στον εγκέφαλο μου, χαράσσοντας τον για πάντα με αυτήν.
Αντικειμενικά μιλώντας, δεν ήταν τίποτα το τρομερό. Δηλαδή, πιστεύω πως αν την έδειχνες σε εκατό άτομα, οι 90 θα την έβρισκαν μέτρια και οι υπόλοιποι 10, απλά καλή. Όμως όχι κι εγώ. Για εμένα ήταν η τέλεια, και αυτό ήταν τελικό. Ήταν λες και κάποιος Θεός είχε αποφασίσει για τη πάρτη μου. Και ποιος ήμουν εγώ που θα τον αμφισβητούσα;
Δε μπορώ να περιγράψω πως ένιωθα το υπόλοιπο εκείνης της μέρας, ίσως γιατί τελικά δε νομίζω να ένιωθα κάτι. Παγομάρα, είναι η λέξη που πιστεύω πλησιάζει περισσότερο. Γιατί, δεν ήξερα τι να κάνω. Ή μάλλον, δεν υπήρχε κάτι να κάνω, πέρα από το να τη σκέφτομαι εξευτελιστικά συνέχεια.
Το επόμενο πρωινό θα έπαιρνα το λεωφορείο, αν και δεν είχα αργήσει. Ξέρω, ντροπή μου κλπ κλπ. Αλλά ο σκοπός ήταν υπέρ του δέοντος ιερός. Έπρεπε να την ξαναδώ. Οπότε, στήθηκα από νωρίς στη στάση. Το εξαιρετικά πιθανό ενδεχόμενο να μην την πετύχαινα κι εκείνη τη μέρα, ούτε που το σκέφτηκα. Αλλά μήπως ήμουν σε θέση να σκεφτώ καθαρά; Άστα να πάνε...
Άφησα να περάσουν δύο λεωφορεία. Είχα ακόμη χρόνο, άλλωστε ξεκίνησα νωρίς εκείνη τη μέρα. Ίσως νωρίτερα από κάθε άλλη μέρα.
Η μία και μοναδική εμφανίστηκε πέντε λεπτά αφού πέρασε το τρίτο και όπως ήταν αναμενόμενο, εκείνη τη στιγμή τα πάντα μέσα μου άρχισαν να ανακατεύονται. Στομάχια, καρδιές, πνευμόνια και όλη η παρέα εκεί μέσα έστησαν χορό. Στεκόταν μπροστά μου και προς τα αριστερά, εμποδίζοντας με να δω το πρόσωπό της. Από την άλλη όμως, από εκεί μπορούσα να την κοιτάζω χωρίς τον φόβο να με δει και να με περάσει για λιγούρη – στην καλύτερη περίπτωση.
Μου άρεσαν τα πάντα πάνω της, ακόμη κι αν δεν έβλεπα το...κυρίως πιάτο. Αυτό θα προσπαθούσα να το δω μέσα στο λεωφορείο. Μου άρεσε το σχήμα του σώματος της, τα παπούτσια της, το παντελόνι, το μπουφάν, τα γλυκούλια ροζ γάντια της και το ιδίου χρώματος σκουφάκι, από το οποίο γλίτωναν λίγα από τα σχετικά κοντά καστανά μαλλιά της.
Το λεωφορείο έφτασε και φυσικά διάλεξα την πόρτα που διάλεξε εκείνη. Μέσα, είχα όλο το χρόνο να την καταβροχθίσω με τα μάτια μου. Για να μην τα πολυλογώ, τα μάτια της ήταν υπέροχα, τα γυαλιά της ήταν υπέροχα, η μύτη της και η μικρή ελιά δίπλα σε αυτήν ήταν υπέροχα. Από εκεί και κάτω τα χαρακτηριστικά της κάλυπτε ένα υπέροχο κασκόλ (κρύωνε μωρέ), αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήτανε κι εκείνα υπέροχα.
Όταν κατέβηκα στη στάση μου, μια διαφορετική σκέψη με έβγαλε από την ύπνωση στην οποία είχα βυθιστεί. Η φωνή της λογικής μου είπε: Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Αφού δεν πρόκειται να της μιλήσεις ποτέ.
Δεν είχε και άδικο. Μωρέ και πότε έχει άδικο η φωνή της λογικής; Αλλά την ακούμε ποτέ;
Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και τις επόμενες μέρες. Απλά κοιτούσα.
Όταν τέσσερις ή πέντε μέρες μετά από την πρώτη δεν εμφανίστηκε, ένιωσα ένα αόρατο μαχαίρι να καρφώνεται στο στομάχι μου και σκέφτηκα ότι έπρεπε κάτι να κάνω. Αλλά στις σκέψεις, όλοι καλοί είμαστε.
Ευτυχώς, την επόμενη μέρα επανεμφανίστηκε και – για την ώρα – ησύχασα. Αναρωτιέμαι αν με πρόσεξε ποτέ. Όχι αν με κοίταξε, γιατί αυτό αναπόφευκτα θα συνέβη κάποια στιγμή. Ούτε βέβαια το άλλο άκρο, δηλαδή να τραβούσε όσα εγώ. Εννοώ απλά να είχα αποθηκευθεί σε κάποια θέση του μυαλού της και δίπλα στο πρόσωπό μου να υπήρχε έστω και μία λέξη που να περιέγραφε ποιος ήμουν για εκείνη. Οποιαδήποτε λέξη, καλή ή κακή.
Ήξερα πως αν ήθελα να ξεφύγω από αυτήν την διαρκή ονειροπόληση μου και να μπω στον πραγματικό κόσμο (στον οποίο ζούσε κι εκείνη αυτή που υπήρχε στις ονειροπολήσεις μου ήταν απλά ένα άψυχο αντίγραφο της), έπρεπε να προσπαθήσω να της μιλήσω.
Ωραία, και πως το κάνουμε αυτό;
Πολλά σκέφτηκα. Κάποια γελοία και κάποια άλλα γελοιότερα. Όπως για παράδειγμα, να σκοντάψω κατά λάθος πάνω της για να της ζητήσω συγγνώμη και να της πως πόσο χαζός και ατσούμπαλος είμαι, και να μου απαντήσει εκείνη χαμογελαστή ότι δεν πειράζει. Την επόμενη μέρα βέβαια θα της ξαναζητούσα συγγνώμη για την προηγούμενη και από εκεί και πέρα ήλπιζα να ξεκινούσε κάποια άλλη συζήτηση. Μεταξύ άλλων επίσης, σκέφτηκα να την ρωτήσω αν έχει ψιλά για να μου χαλάσει ώστε να βγάλω εισιτήριο, να της κολλήσω με τρόπο ένα αυτοκόλλητο στη πλάτη και μετά να της πω: «Εχμ, συγγνώμη, κάποιος σου κόλλησε ένα αυτοκόλλητο στην πλάτη. Κάτσε μισό λεπτό να σου το βγάλω». Κι έπειτα, δείχνοντας το θα συμπλήρωνα: «Τι χαζοί άνθρωποι που υπάρχουν στο κόσμο, ε;» Μέχρι που ξεκίνησα να βλέπω δυο – τρεις ρομαντικές ταινίες τη μέρα, μπας και ψαρέψω καμιά καλή ατάκα, αλλά τζίφος.
Εντάξει, δεν ήμουν και τόσο στα χαμένα όσο φαίνεται. Ήξερα πως σε τέτοιες περιπτώσεις, το καλύτερο που έχει να κάνει κάποιος είναι να είναι απλά ο εαυτός του και να αφήσει τους θεατρινισμούς. Αλλά στην περίπτωσή μου, αν ήμουν απλά ο εαυτός μου, δεν θα της μιλούσα ποτέ! Γιατί ήμουν και ντροπαλός που να με πάρει ο διάολος. Δράμα!
Έτσι, σαν άλλο ξυπνητήρι, η επιχείρηση “πιάσε κουβέντα στη μία και μοναδική,” έπαιρνε καθημερινά 24ωρη αναβολή. Απλά αδυνατούσα να το κάνω. Κάθε φορά που έβλεπα το λεωφορείο να στρίβει τη γωνία και να πλησιάζει, έδινα στον εαυτό μου την ίδια ψεύτικη υπόσχεση: «Αύριο».
Σε όλα αυτά τα αύριο όμως, το μόνο που έκανα ήταν να στέκομαι δίπλα της. Στεκόμουν εκεί σαν άγαλμα κι εγώ, περιμένοντας κάτι να πατήσει το play της δικής μου ζωής. Μόνο που το πρόβλημα ήταν, πως αυτός που είχε το τηλεχειριστήριο ήμουν εγώ. Εγώ ήμουν αυτός που έπρεπε να πατήσει εκείνο το κουμπί, κάνοντας το πιο απλό πράγμα στον κόσμο: Να μιλήσω. Διάολε, ήμασταν και οι δύο ανθρώπινα όντα, το σημαντικότερο και πιο πρωτόγονο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η επικοινωνία που εκφράζεται με την ομιλία. Τα σκυλιά γαβγίζουν, οι γάτες νιαουρίζουν, οι άνθρωποι μιλάνε. Εγώ γιατί δεν μπορούσα να το κάνω; Έλεος, μερικές φορές αισθάνομαι λες και έπεσα από το διάστημα.
Το ένα αύριο έφερνε το άλλο και το άλλο το επόμενο, μέχρι που σε ένα από αυτά, μια Τρίτη, εκείνη δεν ήρθε. Δε βαριέσαι, θα είχε ρεπό. Όταν η μία Τρίτη έγινε μία εβδομάδα, το ρεπό έγινε άδεια. Όταν η μία εβδομάδα έγινε ένας μήνας, η άδεια έγινε κάποιο έκτακτο συμβάν. Όταν ο ένας μήνας έγινε δύο, ήξερα ότι είχα χάσει. Δεν θα ερχόταν ξανά.
Τον υπόλοιπο χρόνο, συνέχισα να πηγαίνω στη στάση κάθε πρωί. Όχι πως ήλπιζα σε κάτι. Όλο αυτό το διάστημα, δεν μπορούσα να ησυχάσω. Γιατί δεν ξανάρθε; Τι της είχε συμβεί; Ίσως να άλλαξε σπίτι ή πόλη, ίσως να αγόρασε αυτοκίνητο και να μετακινούταν πλέον με αυτό, ίσως να πέθανε. Ξέρω, μακάβριο, αλλά αυτό ήτανε που κυριαρχούσε στο μυαλό μου. Σκοτώθηκε σε κάποιο δυστύχημα, ή αρρώστησε και πέθανε. Δε ξέρω γιατί το μυαλό μου πήγαινε στο κακό. Και φυσικά αυτό γέννησε τις τύψεις. Άρχισα να αισθάνομαι ένοχος για έναν θάνατο, ο οποίος κατά 99,9% δε συνέβη ποτέ! Αλλά που μυαλό εκείνη τη περίοδο. Έλεγα συνέχεια στον εαυτό μου πως αν τις είχα μιλήσει, αν γνωριζόμασταν, δεν θα της συνέβαινε αυτό που της είχε συμβεί. Στη προκειμένη τρελή περίπτωση, δεν θα είχε πεθάνει.
Περίπου ένα χρόνο μετά, έκοψα το λεωφορείο, αν και πάντα μόλις έβγαινα στο δρόμο έριχνα μια κλεφτή ματιά προς τη στάση.
Πέρασαν εννέα χρόνια, μέσα στα οποία άλλαξα δουλειά και γειτονιά. Παρόλα αυτά όμως, μια φορά το χρόνο, στη δεύτερη μέρα του Δεκέμβρη, διένυα περπατώντας την απόσταση δύο ωρών που χωρίζει την καινούρια από την παλιά μου γειτονιά. Επέστρεφα σε εκείνη τη στάση, μετρούσα τέσσερα λεωφορεία και στο πέμπτο έμπαινα και έφευγα. Γιατί το έκανα αυτό; Και πάλι δεν ξέρω, όμως εννοείται πως δεν περίμενα να τη ξαναδώ.
Πιστεύω πως η ζωή είναι ένα δέντρο με άπειρο αριθμό κλαδιών, τόσα πολλά και πυκνά, που κάθε, μα κάθε στιγμή που ζούμε βρισκόμαστε σε κάποια διακλάδωση και επιλέγεται, πότε από την τύχη και πότε από εμάς τους ίδιους, σε ποιο κλαδί θα μεταβούμε στη συνέχεια. Ένιωθα πως σε εκείνη τη στάση, εκείνο το κορίτσι, εκείνες τις μέρες, βρισκόταν σε κάποιο πολύ βασικό σταυροδρόμι της δικής μου ζωής. Ίσως το σημαντικότερο, που θα καθόριζε τη γενικότερη κατεύθυνση που θα ακολουθούσα μετέπειτα πάνω στο δέντρο. Είχαν περάσει τόσα χρόνια όμως, και ήξερα πως δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω σε εκείνο το κλαδί και να πάρω τον άλλο δρόμο. Ότι έκανα, έκανα, όσο κι αν το είχα σκυλομετανιώσει.
Τον δέκατο χρόνο, έφτασα εκεί αργά το απόγευμα. Σχεδόν είχε νυχτώσει βασικά, και στη στάση καθόταν μόνο ένα άτομο. Μια γυναίκα, που μόλις την είδα, ένα ξεχασμένο διακοπτάκι σηκώθηκε μέσα στο μυαλό μου. Δε μπορεί, σκέφτηκα και πλησίασα. Μου θύμιζε έντονα κάποια παλιά “γνώριμη,” αν και τη κοίταζα από τα πλάγια οπότε δεν ήμουν σίγουρος. Όσο πλησίαζα, τόσο εντονότερες ένιωθα τις εκρήξεις μέσα στο στομάχι μου. Αυτή είναι...
Έφτασα στη στάση και στάθηκα δίπλα της. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για ένα δευτερόλεπτο κι έπειτα επέστρεψαν γρήγορα στο δρόμο. Τελικά, άρχισα να έχω αμφιβολίες. Σκέφτηκα ότι αν ήταν εκείνη, θα ήμουν απόλυτα σίγουρος από το πρώτο νανοδευτερόλεπτο, όπως τότε, πριν μια δεκαετία.
Δεν άντεξα και ρώτησα: «Συγγνώμη, να σε ρωτήσω κάτι;» Εκείνη μου παραχώρησε το λόγο με ένα χαμόγελο κι ένα κούνημα του κεφαλιού. «Μήπως μένεις εδώ κοντά;»
«Μπα, όχι», μου απαντάει.
Αλλά εγώ επιμένω: «Μήπως έμενες παλιά εδώ; Πριν χρόνια;»
«Όχι, όχι. Γενικά είμαι καινούρια στην πόλη, πριν λίγες μέρες ήρθα για πρώτη φορά».
Απογοήτευση, αλλά όχι και τόσο. Σιγά μην ήταν εκείνη. Αν έπαιζα σε καμιά ρομαντική ταινία της κακιάς ώρας μπορεί και να εμφανιζόταν, αλλά τώρα...
«Α, μάλιστα», της κάνω.
«Να σου πω την αλήθεια, αυτή τη στιγμή έχω χαθεί», μου λέει. «Πήρα λάθος λεωφορείο και ούτε που ξέρω που βρίσκομαι τώρα. Ακόμη δεν μπορώ να συνηθίσω εδώ πέρα».
Ήμουν έτοιμος να χαμογελάσω και να φύγω. Αντί αυτού, κάθισα στο παγκάκι δίπλα της και τη ρώτησα αν μπορούσα να τη βοηθήσω.

SF Masterworks


Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Μην αλλάξεις πλευρό



Μην αλλάξεις πλευρό

Ο Μιχάλης ήταν έξι ετών, και σύμφωνα με τον πατέρα του, αρκετά μεγάλος ώστε να περιμένει να ακούσει κάποιο παραμύθι για να μπορέσει να κοιμηθεί. Η μητέρα του από την άλλη, πίστευε απλά ότι αργά ή γρήγορα θα το ξεπερνούσε και ότι δεν υπήρχε λόγος να ανησυχούν.
Όμως δεν ήταν μόνο το παραμύθι αυτό που χρειαζόταν ο Μιχάλης για να κοιμηθεί ήσυχος. Από την καταραμένη μέρα που είδε εκείνη την ταινία με τους ιερείς και τους δαίμονες, το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις έπεφτε στο κρεβάτι, ήταν να περάσει το χέρι του κάτω από αυτό και να νιώσει τη λεία λεπίδα του σουγιά που ήταν σφηνωμένος ανάμεσα στα σανίδια. Αν οι γονείς του είχαν γνώση αυτού του μυστικού, τότε θα υπήρχε λόγος να ανησυχήσουν.
Έτσι, όπως κάθε βράδυ, έλαβε την εντολή από την μητέρα του να πάει και να ξαπλώσει στο δωμάτιό του, για να τον ακολουθήσει κι εκείνη ένα λεπτό αργότερα. Ξάπλωσε κοιτάζοντας προς τον τοίχο. Πάντα προς τον τοίχο. Ποτέ δεν κοίταζε το άδειο και σκοτεινό δωμάτιο, τουλάχιστον όσο ήταν ακόμη ξύπνιος. Θα μπορούσε απλά να κλείσει τα μάτια του και να αδιαφορεί για την κατεύθυνση του κεφαλιού του. Το είχε σκεφθεί και ο ίδιος αυτό και μάλιστα το είχε δοκιμάσει κάποια μέρα. Αλλά ήταν αδύνατον. Γνωρίζοντας ότι το πρόσωπό του ήταν στραμμένο προς το σκοτεινό δωμάτιο, τα μάτια άνοιγαν από μόνα τους, λες και το σκοτάδι άπλωνε τα παγωμένα του χέρια και σήκωνε τα βλέφαρά του για να του δείξει τους εφιάλτες που έκρυβε μέσα του. Οπότε, ξαπλώνουμε κοιτάζοντας προς τον τοίχο, για να είμαστε σίγουροι και ασφαλείς.
Άκουσε τη μητέρα του να πλησιάζει το δωμάτιο και βούτηξε γρήγορα το χέρι του κάτω από το κρεβάτι. Ο σουγιάς ήταν εκεί. Εκείνη, τώρα μπήκε στο δωμάτιο και κάθισε στο κρεβάτι δίπλα του.
“Θέλω την ιστορία με το δράκο σήμερα μαμά,” είπε ο Μιχάλης.
“Δεν είμαι η μαμά σου,” απάντησε μια υγρή, μπάσα φωνή, η οποία δεν θα μπορούσε να ανήκει σε κανένα ανθρώπινο ον. Κάπως έτσι θα ήταν η φωνή ενός κροκόδειλου, αν μπορούσε να μιλήσει.
Ο Μιχάλης τραντάχτηκε και άρχισε να τρέμει. Ήθελε να γυρίσει αλλά ήταν παγωμένος εκεί. Είχε παραλύσει.
Δεν το άκουσα αυτό, σκέφτηκε. Δεν υπάρχει τίποτα πίσω μου. Απλά το φαντάστηκα. Ναι, αφού συνέχεια φοβάμαι από τότε που είδα εκείνη την ταινία.
Δεν άκουσε ξανά την τερατώδη αυτή φωνή και σιγά σιγά άρχισε να πιστεύει ότι πράγματι την είχε φανταστεί. Η παράλυση του έσπασε και με αργές κινήσεις ξεκίνησε να περιστρέφει το σώμα του. Αλλά ήταν λάθος γιατί...
“Μην αλλάξεις πλευρό,” πρόσταξε η φωνή και έκανε το αίμα του Μιχάλη να παγώσει ξανά. “Θα σε σκοτώσω αν το κάνεις.”
“Ποιος είναι;” ρώτησε ο Μιχάλης και έβαλε τα κλάματα. “Που είναι η μαμά μου και ο μπαμπάς μου;”
“Τους σκότωσα και τους έφαγα,” είπε η φωνή ξεσπώντας σε ένα απαίσιο γέλιο. “Ω ναι, τους σκότωσα. Και θα κάνω το ίδιο και με εσένα αν δε σταματήσεις να κλαψουρίζεις. Μισώ τα παιδιά και όταν κλαψουρίζουν τα μισώ ακόμη πιο πολύ.”
Όμως ο Μιχάλης ήταν αδύνατο να μη συνεχίσει να κλαψουρίζει και τώρα οι λυγμοί του ήταν πιο δυνατοί από ποτέ.
“Σκάσε!” ούρλιαξε η φωνή και ο Μιχάλης υπάκουσε χωρίς να το καταλάβει. Ήταν λες και αυτή η απαίσια φωνή του πάγωσε τα δάκρυα.
“Είσαι ο δαίμονας. Ή ο παππάς από την ταινία,” είπε μετά από μισό λεπτό απόκοσμης σιωπής, θεωρώντας και τους δύο εξίσου τρομακτικούς.
“Είμαι πολλά πράγματα. Όλα αυτά που φαντάζεσαι όταν κοιτάζεις μέσα στο σκοτάδι.”
Ο Μιχάλης ένιωσε τα δάκρυα να εμφανίζονται ξανά πίσω από τα μάτια του αλλά προσπάθησε να τα κρατήσει εκεί. Έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να διώξει αυτή τη φωνή με το μυαλό του, αλλά δεν τα κατάφερε, αφού δεν ήταν μια απλή φωνή μέσα στο κεφάλι του. Μπορούσε να νιώσει το βαθούλωμα στο στρώμα ακριβώς από πίσω του. Όσο και να έτρεμε στην ιδέα, αυτό που καθόταν εκεί ήταν αληθινό.
“Θα σου δώσω μια ευκαιρία να ζήσεις μικρέ, μιας και δεν πεινάω τόσο αυτή τη στιγμή,” είπε η φωνή. “Θα παίξουμε ένα παιχνίδι, τι λες;”
Ο Μιχάλης έμεινε σιωπηλός.
“Οι κανόνες είναι απλοί. Θα μείνουμε εδώ όλη νύχτα και αν μέχρι το πρωί κρατηθείς και δεν γυρίσεις να κοιτάξεις, τότε θα σου χαρίσω τη ζωή.”
Καμία απάντηση από το μαρμαρωμένο αγόρι.
“Εντάξει τότε, θα σε σκοτώσω τώρα.”
“Όχι! Εντάξει. Εντάξει.”
“Τέλεια,” είπε το πλάσμα από πίσω του με μια χροιά ικανοποίησης στη φωνή του (αν μπορούσες να πεις ότι αυτή η φωνή ήταν ικανή να πάρει και κάποια διαφορετική από την αυθεντική και άθλια χροιά της). “Δε θα τα καταφέρεις ποτέ μικρέ. Θα γυρίσεις αργά ή γρήγορα. Επειδή θέλεις να δεις. Νιώθω την περιέργεια στριμωγμένη μέσα στο μυαλό σου και δεν θα αργήσει να βγει στην επιφάνεια. Και τότε θα γυρίσεις και θα δεις. Πίστεψε με μικρέ, δε θέλεις να με δεις.”
Ο Μιχάλης τότε ένιωσε κάτι (δάχτυλο;) να αγγίζει το μπράτσο του και τράβηξε απότομα το χέρι του. Θεέ μου με άγγιξε. Όχι!
“Γυρίζεις την πλάτη σου στο σκοτάδι και στο φόβο κάθε βράδυ, έτσι δεν είναι; Αλλά για πόση ώρα νομίζεις ότι μπορείς να αντέξεις, όταν ξέρεις ότι πίσω σου στέκεται ο χειρότερος σου εφιάλτης; Θέλεις να αντικρίσεις αυτό τον εφιάλτη, όσο τρομακτικός κι αν ξέρεις ότι είναι. Ακόμη κι αν ξέρεις ότι θα σε κατασπαράξει.”
Θα πεθάνω, σκέφτηκε ο Μιχάλης και προσπάθησε να προσευχηθεί από μέσα του. Όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ούτε την πρώτη φράση όταν άκουσε ξανά αυτό το φρικαλέο γέλιο, πιο δυνατό από ποτέ, να αντανακλάται στους τοίχους του δωματίου και να επιστρέφει ενισχυμένο στα αφτιά του. Του δωματίου; Αυτός ο αντίλαλος έμοιαζε να προέρχεται από τους ακανόνιστα πετσοκομμένους τοίχους ενός σπηλαίου και όχι από τους επίπεδους και καθαρούς τοίχους ενός παιδικού δωματίου.
“Οι προσευχές δεν μπορούν να σε βοηθήσουν μικρέ. Είναι ψεύτικες. Δεν ξέρεις καν σε ποιον προσεύχεσαι.”
“Προσεύχομαι στο Θεό!” απάντησε ο Μιχάλης με θάρρος που εξέπληξε ακόμη και τον ίδιο.
“Δεν υπάρχει Θεός μικρέ. Εγώ είμαι ο μόνος Θεός σε αυτό το δωμάτιο και θα σε καταβροχθίσω ολόκληρο όπως το φίδι καταπίνει το ποντίκι, όταν γυρίσεις και με κοιτάξεις. Γιατί θα γυρίσεις τελικά, δεν μπορείς να ξεφύγεις.”
Ο σουγιάς!
Μέσα στον πανικό του, η ύπαρξή του είχε σβηστεί από το μυαλό του. Τώρα άρχισε να μετακινεί το τρεμάμενο χέρι του προς την κρυψώνα του. Σταμάτησε. Πρέπει να τον απασχολήσω γιατί θα με καταλάβει.
“Πως σε λένε;” ρώτησε και ταυτόχρονα άρχισε να ψάχνει για τον σουγιά κάτω από το κρεβάτι.
“Πως με λένε; Τι με πέρασες, για άνθρωπο; Δεν έχω ένα όνομα μικρέ. Έχω το όνομα και το πρόσωπο του κάθε εφιάλτη σου.”
Τα δάχτυλά του άγγιξαν τον σουγιά. Τον ελευθέρωσε και τον κράτησε όσο πιο σφιχτά του επέτρεπε ο τρόμος του. Τότε ήταν που ένιωσε τον απόλυτο φόβο. Το πλάσμα χωρίς όνομα είχε σκύψει, πλησιάζοντας το σίγουρα φρικτό πρόσωπό του στο δικό του.
“Δεν μπορείς να ξεφύγεις,” ψιθύρισε και με κάθε λέξη του ο Μιχάλης μπορούσε να νιώσει και να μυρίσει την βρωμερή αναπνοή του στο πρόσωπό του. Τα χείλη του (αν ήταν χείλη), άγγιξαν το απαλό του μάγουλο. Ήταν λες και ήθελε να τον φιλήσει. “Θα γυρίσεις και θα με κοιτάξεις μικρέ. Γιατί δεν το κάνεις τώρα; Έλα. Ξέρω ότι το θέλεις. Γύρνα να σου ξεριζώσω αυτό το μικρό, άθλιο πρόσωπο.”
Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε ο μικρός Μιχάλης συγκεντρώνοντας όσο θάρρος του είχε απομείνει. Δεν ήταν πολύ, ο φόβος είχε εξαφανίσει το περισσότερο, αλλά ήταν αρκετό ώστε να τον κάνει να βγάλει μία κραυγή και να γυρίσει απότομα, καρφώνοντας τη λεπίδα στο σώμα αυτού του διαβόλου. Ένας αδύναμος και ανατριχιαστικός ήχος παράχθηκε από αυτή την επαφή και ο Μιχάλης επιβεβαιώθηκε ότι αυτό το πλάσμα ήταν αληθινό και είχε σάρκα και οστά. Έπειτα ακούστηκε μια κακόφωνη κραυγή γεμάτη μίσος και αγανάκτηση (και πόνο;)
Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και ο Μιχάλης δεν μπορούσε να δει τίποτα. Προσπάθησε μόνο να απομακρυνθεί, όταν άκουσε βήματα από τον διάδρομο έξω από το δωμάτιό του. Κάποιος ερχόταν τρέχοντας.
Η σιλουέτα που εμφανίστηκε στην πόρτα ήταν γνωστή. Ήταν ο πατέρας του.
“Τι συνέβη;” φώναξε και άνοιξε το φως. “Τι – ”
Τα λόγια του είχαν χαθεί.
Ο Μιχάλης κοίταξε στο κρεβάτι δίπλα του και κατάλαβε ότι οι χειρότεροι εφιάλτες δεν χρειάζονται το σκοτάδι για να κάνουν την εμφάνιση τους. Οι χειρότεροι εφιάλτες δεν φοβούνται κανένα φως και σε κατασπαράζουν αμέσως μόλις βρουν την ευκαιρία. Για αυτούς, κάθε στιγμή, είναι η κατάλληλη στιγμή. Έτσι και ο Μιχάλης τώρα, αντίκριζε τον δικό του χειρότερο εφιάλτη, μπροστά στον οποίο οι δαίμονες και οι ιερείς έμοιαζαν με ροζ κουνελάκια που χόρευαν. Γιατί ο δικός του εφιάλτης, ήταν η εικόνα της μητέρας του, με ένα σουγιά καρφωμένο στο στήθος της και το σκούρο κόκκινο αίμα να πηγάζει από το στόμα της και να στάζει πάνω στο σκληρό εξώφυλλο του αγαπημένου του παραμυθιού.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Το Κακό Πράγμα



Το Κακό Πράγμα

1

Η Βάσια ανακάτεψε τα τραγούδια της, φόρεσε τα ακουστικά της, το αγαπημένο της κόκκινο καπέλο και για ακόμη ένα πρωινό, ξεκίνησε να κάνει πετάλι. Της είχε γίνει συνήθεια πλέον. Όχι μια απλή ρουτινιάρικη συνήθεια, αλλά μία αγαπημένη συνήθεια. Ένα από τα ωραιότερα εξηντάλεπτα του εικοσιτετραώρου της και ακόμη ένας καλός λόγος να σηκωθεί νωρίς από το κρεβάτι της, με το οποίο δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις τον τελευταίο καιρό. Ειδικά όμως από τη μέρα που συνέβη το Κακό Πράγμα, χρειαζόταν αυτή τη βόλτα περισσότερο από ποτέ.
Η ώρα ήταν – όπως κάθε φορά – οκτώ το πρωί και το παραλιακό μέτωπο της Θεσσαλονίκης ήταν σχεδόν έρημο. Βρισκόταν εκεί κάθε πρωί, όμως κάθε φορά εντυπωσιαζόταν το ίδιο από το πόσο διαφορετικό έδειχνε σε εκείνες τις πρωινές ώρες. Ήταν άδειο, αλλά με την καλή έννοια άδειο. Μερικά μέρη είναι ομορφότερα χωρίς τους ανθρώπους να τα κατακλύζουν.
Οδήγησε το ποδήλατό της προς τα ανατολικά, προσπερνώντας που και που άντρες και γυναίκες διαφόρων ηλικιών που βγήκαν για το πρωινό τους τρέξιμο. Δεν ήταν και πολλοί. Από τα αριστερά της, σαφώς περισσότερα, την προσπερνούσαν με τη σειρά τους τα πολύχρωμα, μεταλλικά κτήνη, τα οποία έβγαλαν οι ιδιοκτήτες τους για το δικό τους “τρέξιμο.” Όμως η Βάσια θεωρούσε ότι τα αυτοκίνητα δεν είχαν καμία θέση στον κόσμο μέσα στον οποίο έκανε την πρωινή της βόλτα κι έτσι προσπάθησε να τα κρατήσει νοητά εκτός των ορίων του.
Στα δεξιά της τώρα, βρισκόταν η θάλασσα του Θερμαϊκού κόλπου, η οποία σήμερα φαινόταν ανέλπιστα καθαρή. Όμως η απόστασή από το “φαίνεται” μέχρι το “είναι,” γενικά είναι πολύ μεγάλη και η Βάσια πίστευε, ότι όταν μιλάς ειδικά για τον Θερμαϊκό, αυτή η απόσταση ανάμεσα στις δύο έννοιες είναι τόσο μεγάλη που θα μπορούσε να χωρέσει ένας ολόκληρος γαλαξίας ανάμεσά τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κοίταζε μέσα σε αυτά τα νερά και φανταζόταν μεταλλαγμένα από τη μόλυνση τέρατα να περιφέρονται στο βυθό τους. Χταπόδια με δεκατρία πόδια, γιγαντιαίες κόκκινες μέδουσες, καβούρια με εξήντα μάτια και άλλα παρόμοια χαριτωμένα πλάσματα.
Η μέρα ήταν ιδιαίτερα ζεστή αλλά αυτό δεν την πείραζε καθόλου και συνέχισε να κινείται κατά μήκος της παραλίας διατηρώντας μια σταθερή ταχύτητα. Χρησιμοποιούσε αυτή τη βόλτα για να χαλαρώσει και να καθαρίσει το μυαλό της. Ένα μυαλό, που μία ώρα αργότερα στο τηλεφωνικό κέντρο θα δέχονταν εκατοντάδες μηνύματα από άγνωστες στην ίδια φωνές.
Άλλα όχι σήμερα. Σήμερα, η Βάσια δεν θα πήγαινε στη δουλειά, εξαιτίας της αγάπης της για έναν ήχο.
Μετατοπίστηκε προς τα δεξιά, πλησιάζοντας προς την θάλασσα για να ανέβει στην ξύλινη αποβάθρα. Για λίγο έβγαλε τα ακουστικά της. Ήθελε να απολαύσει τον ήχο που παρήγαγαν οι ρόδες του ποδηλάτου της, καθώς περνούσαν πάνω από τα μικρά κενά που υπήρχαν ανάμεσα στα σανίδια. Με λίγη φαντασία, μπορούσες να πεις ότι έμοιαζε με την ήχο ενός τρένου. Κάθε φορά που τον άκουγε χαμογελούσε. Δεν ήξερε γιατί χαμογελούσε, δεν ήξερε καν γιατί της άρεσε αυτός ο ήχος. Πολλές φορές είχε πιάσει τον εαυτό της να ρωτάει τι ήταν αυτό που την έλκυε σε αυτόν.
Δεν ξέρω, απλά μου αρέσει, απαντούσε η ίδια. Γιατί πρέπει να αιτιολογούμε το κάθε τι που μας αρέσει; Για κάποιον μυστήριο λόγο με κάνει και χαμογελάω και εμένα αυτό μου αρκεί. Νομίζω αυτή είναι και η καλύτερη αιτιολόγηση.
Ειδικά τώρα, αυτό το χαμόγελο είχε αποκτήσει μεγαλύτερη αξία, αφού είχε εξαφανιστεί από τα χείλη της από τη στιγμή που συνέβη το Κακό Πράγμα πριν μερικές ημέρες. Το Κακό Πράγμα που είχε αλλάξει πολλά στην ζωή, τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειάς της.
Από κάπου στον δρόμο, εκατό μέτρα μακριά της, ακούστηκε μια στριγκλιά που άνηκε στα λάστιχα ενός από τα μεταλλικά κτήνη που την προσπέρασαν νωρίτερα. Η στριγκλιά διακόπηκε από έναν δυνατό γδούπο.
Κάποιος δεν είχε τα μάτια στο δρόμο του, σκέφτηκε η Βάσια και γύρισε το κεφάλι της προς τα αριστερά για να κοιτάξει. Μερικά κτήρια όμως της έκοβαν τη θέα από το συμβάν. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα έτρεχαν αμέσως να δουν τι είχε συμβεί, όχι από ενδιαφέρον αλλά από κουτσομπολιό, συνεπώς αποφάσισε απλά να συνεχίσει τη βόλτα της. Έτσι, μόλις δύο δευτερόλεπτα αργότερα γύρισε ξανά το κεφάλι της στο δρόμο της, ο οποίος όμως είχε εξαφανιστεί και τη θέση του είχε πάρει το γαλάζιο σεντόνι του Θερμαϊκού.
Δύο δευτερόλεπτα αφηρημάδας είναι υπεραρκετά ώστε να σε οδηγήσουν πάνω στο προπορευόμενο αυτοκίνητο, να σε ρίξουν στο γκρεμό, να σε περάσουν στο αντίθετο ρεύμα του δρόμου και σε ότι σε περιμένει εκεί (μια ψηλή μαύρη φιγούρα με κουκούλα και δρεπάνι είναι το πιο συνηθισμένο), ή όπως στην περίπτωση της Βάσιας, να σε πετάξουν στη θάλασσα.
Πριν σπάσει την γαλάζια και λεία επιφάνεια, πρόλαβε να κάνει δύο πράγματα: Να σκεφθεί ότι, κάποια δεν είχε τα μάτια της στο δρόμο της, και να κλείσει μάτια, στόμα και μύτη.
Το νερό ήταν κρύο, αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που την απασχολούσε. Το ποδήλατο βυθίστηκε γρήγορα στον πάτο της θάλασσας και δεν πρόλαβε να το σώσει. Όμως και αυτό ήταν δευτερεύον. Αυτό που προείχε, ήταν να βγει από το νερό το συντομότερο δυνατόν. Για καλή της τύχη, δέκα περίπου μέτρα μακρύτερα, υπήρχαν σκαλοπάτια που αναδύονταν από την επιφάνεια της θάλασσας και σε ανέβαζαν στην ξύλινη αποβάθρα.
Στο ένα λεπτό που χρειάστηκε ώστε να κολυμπήσει μέχρι εκεί και να καθίσει στα σκαλοπάτια, κανείς δεν πέρασε από εκείνο το σημείο και η Βάσια ήταν ευγνώμον για αυτό. Φαντάστηκε πως θα ήταν να της συνέβαινε αυτό κατά τη διάρκεια του απογεύματος και ανατρίχιασε. Θα προτιμούσε να πνιγεί από το να βγει έξω και να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα αδιάκριτα βλέμματα που θα είχαν μαζευτεί εκεί για να ταΐσουν την περιέργειά τους, σαν τα μυρμήγκια γύρω από ένα κομμάτι ψωμί.
Δοκίμασε το τηλέφωνό της, αλλά ήταν νεκρό. Φυσικά και ήταν. Έβγαλε το μαύρο λαστιχάκι που ήταν περασμένο στον καρπό της, μάζεψε τα μαλλιά της και τα έκρυψε κάτω από το καπέλο της. Ένιωσε γελοία. Όλη η κατάσταση ήτανε γελοία. Δεν ήξερε αν έπρεπε να κλάψει ή να γελάσει με αυτό που συνέβη. Σαν να μην της έφτανε το Κακό Πράγμα, έτυχε τώρα και αυτό.
Ηρέμησε Βάσια, σκέφτηκε. Απλά μείνε εδώ για λίγο. Ο καιρός είναι ζεστός. Σε δέκα λεπτά θα έχεις στεγνώσει και μετά θα πας γρήγορα στο σπίτι να πλυθείς.
Στο σπίτι; πετάχτηκε μια φωνή μέσα της. Μήπως θέλεις να πεις στο νοσοκομείο, ξανθούλα;
Δεν υπήρχε περίπτωση να πάει στο νοσοκομείο. Το μισούσε και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το αποφεύγει, πολλές φορές λέγοντας ψέματα στους γονείς της (αλλά και στον εαυτό της) για τα συμπτώματα που εμφάνιζε αν τύχαινε να αρρωστήσει καμιά φορά.
Στο δρόμο για το σπίτι, το μυαλό της άρχισε να σχηματίζει εικόνες βασισμένες στους – όχι και τόσο – μύθους που η ίδια είχε δημιουργήσει για τα νερά του Θερμαϊκού. Σε αυτές τις εικόνες, τα μαλλιά της άρχισαν γίνονται πράσινα, τα νύχια της να σπάνε και γλοιώδης βεντούζες να ξεφυτρώνουν κάτω από τα δάχτυλα των ποδιών της. Αυτά ήταν αρκετά για να την κάνουν να επιταχύνει.

2

Έφτασε στο άδειο – δόξα τους Θεούς – σπίτι, άνοιξε το θερμοσίφωνα και τηλεφώνησε στη δουλεία για να δηλώσει άρρωστη.
Το μπάνιο ήταν τριπλό και όταν βγήκε από αυτό, το δέρμα της ήταν κόκκινο από το τρίψιμο. Αλλά γιατί δεν αισθανόταν καθαρή; Σκέφτηκε να μπει για ακόμη έναν γύρο αλλά δεν το έκανε. Ήταν το μυαλό της. Μετά από αυτό που έγινε, δεν θα ξανάνιωθε ποτέ εντελώς καθαρή. Ένας διάολος μέσα στο μυαλό της θα της ψιθύριζε συνεχώς ότι υπάρχει ακόμη κάποια γωνιά του σώματός της, στην οποία έχουν απομείνει μερικά βρωμερά και μεταλλαγμένα μικρόβια του Θερμαϊκού.
Στάθηκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέπτη του δωματίου της. Εκεί που άλλες φορές αντίκριζε τον εαυτό της μέσα σε δεκάδες διαφορετικά ρούχα μέχρι να επιλέξει ποιο θα φορέσει τελικά, τώρα αντίκριζε το κοκκινισμένο της σώμα. Πως γίνεται τα πράγματα να αλλάζουν τόσο ραγδαία μόνο όταν πρόκειται για κακό; Από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να σου συμβούν εκατομμύρια δυσάρεστα πράγματα που να σου αλλάξουν τη ζωή προς το χειρότερο. Μπορείς να πεθάνεις με άπειρους τρόπους, εσύ ή κάποιος της οικογένειάς σου, να τραυματιστείς σοβαρά, να απολυθείς από τη δουλειά σου, να καεί το σπίτι σου, να χάσεις την περιουσία σου και πολλά ακόμη. Διάλεξε και πάρε. Τόσα πολλά Κακά Πράγματα που μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορείς να πεις το ίδιο και για τα Καλά Πράγματα; Υπάρχει κάτι που μπορεί να συμβεί ξαφνικά και αναπάντεχα και να σου φτιάξει τη ζωή από τη μια στιγμή στην άλλη; Κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει μια ενδεχόμενη νίκη στο λαχείο. Αυτό είναι σωστό, εν μέρη όμως, αφού τα εκατομμύρια ενός λαχείου σε καμία περίπτωση δεν σου εγγυώνται ότι η ζωή σου θα αλλάξει προς το καλύτερο. Ένα τροχαίο όμως; Μία φωτιά; Ένας θάνατος; Όλα αυτά και πολλά ακόμη έρχονται με εγγύηση εφ' όρου ζωής ότι από εκεί και πέρα θα ζεις σε μια κόλαση.
Εξέτασε το μπροστά μισό του σώματός της πιθαμή προς πιθαμή και δεν είδε τίποτα περίεργο. Έκανε μεταβολή και γύρισε το κεφάλι της για να εξετάσει και το υπόλοιπο μισό, όταν είδε να υπάρχει κάτι κολλημένο ψηλά στην πλάτη της και άρχισε να τρέμει ολόκληρη. Ήταν έτοιμη να βγάλει μία κραυγή αλλά δεν πρόλαβε. Είχε ήδη λιποθυμήσει.

3

Με πήρε ο ύπνος στο πάτωμα; σκέφτηκε καθώς σηκωνόταν όρθια, είκοσι λεπτά αργότερα. Αν την είχε πάρει ο ύπνος, τότε είχε δει ένα περίεργο όνειρο, στο οποίο υπήρχε ένα καβούκι χελώνας κολλημένο στην πλάτη της. Μα φυσικά και ήταν όνειρο. Και ίσως τελικά να μην ήταν και το μόνο. Ίσως και το Κακό Πράγμα να μην είχε συμβεί, ίσως ήταν κι αυτό μέρος αυτού του Κακού ονείρου.
Όμως όταν γύρισε την πλάτη της στον καθρέπτη αντίκρισε την σκληρή και παράλογη αλήθεια, που είχε την μορφή ενός καβουκιού χελώνας κολλημένο στην πλάτη της. Άρχισε να τρέμει και πάλι, όμως αυτή τη φορά δε λιποθύμησε.
Ήταν τρελό, ήταν παράλογο, αλλά ήταν εκεί. Ένα εξόγκωμα ανάμεσα στις ωμοπλάτες της, στο σημείο όπου δεν μπορούσε να φτάσει με τα χέρια της, όσο και αν τεντωνόταν. Προσπάθησε ξανά αλλά δεν τα κατάφερε. Το μέγεθος του ήταν όσο ένα μπαλάκι του τένις, καφέ με πράσινες μικρές στάμπες και λεπτές χαρακιές στην επιφάνειά του. Ήταν το καβούκι μιας χελώνας, χωρίς αμφιβολία πια.
Η Βάσια άρχισε να τινάζει απότομα το σώμα της ,αλλά μάταια. Ήταν απλά ένα καβούκι ή μια ζωντανή χελώνα; Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και οι τρίχες της ανασηκώθηκαν φανερώνοντας τον τρόμο της. Τελικά είχε δίκιο για τα πλάσματα στον βυθό του Θερμαϊκού. Έβλεπε ένα από αυτά στο ίδιο της το σώμα! Και ποιος ξέρει τι της είχε κάνει. Μπορεί να την είχε δηλητηριάσει ή ακόμη και να της ρουφούσε το αίμα. Κάποιο είδος χελώνας βαμπίρ ίσως; Γιατί όχι. Ένιωθε ότι όλα ήταν πιθανά πλέον.
Έτρεξε στην κουζίνα και επέστρεψε μπροστά στον καθρέφτη κρατώντας ένα μαχαίρι με λεπίδα είκοσι εκατοστών. Λίγες ώρες νωρίτερα έκοβε ψωμί για το πρωινό της με αυτό το μαχαίρι και τώρα ετοιμαζόταν να κόψει μία χελώνα κρεμασμένη στο σώμα της. Απλά και καθημερινά πράγματα δηλαδή.
Η λεπίδα πλησίαζε αργά αργά προς το καβούκι της χελώνας και η Βάσια προσπαθούσε να μαντέψει τι θα συνέβαινε μόλις την ακουμπούσε. Θα αρχίσει αντανακλαστικά να με δαγκώνει. Θα σκάβει μέσα στο δέρμα μου μέχρι να φτάσει στο κόκαλο. Θα-
Η λεπίδα ακούμπησε το σκληρό καβούκι, αλλά τίποτα από αυτά δε συνέβη και η Βάσια άφησε ελεύθερη την αναπνοή που κρατούσε τα προηγούμενα δευτερόλεπτα. Τώρα ακούμπησε την επίπεδη πλευρά της λεπίδας στο δέρμα της και προσπάθησε να τη γλιστρήσει κάτω από τη χελώνα. Μόλις η άκρη της λεπίδας πέρασε στη σκιά κάτω από το καβούκι, η Βάσια άκουσε μία γυναικεία φωνή να ουρλιάζει μέσα στο κεφάλι της.
“Όχι!!!”
Κάθε σημείο του σώματός της τραντάχτηκε και το μαχαίρι έπεσε από τα χέρια της στο σκληρό πάτωμα. Η αναπνοή της ανέβασε στροφές σαν να έτρεχε σε αγώνα. Ο παραλογισμός δεν φαινόταν να είχε τέλος.
“Μη το κάνεις αυτό σε παρακαλώ,” είπε τώρα η γυναικεία φωνή χαμηλώνοντας την έντασή της.
Μάλιστα, τώρα ακούω και φωνές, σκέφτηκε η Βάσια. Αυτό είναι το τέλος λοιπόν. Τρέξε να φύγεις, πριν σε πιάσουν και σε πετάξουν στο τρελάδικο.
“Είμαι τρελή,” ψιθύρισε και έβαλε το χέρι της μπροστά στο στόμα της. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Όλα αυτά προέρχονταν από το Κακό Πράγμα. Την οδήγησε στην τρέλα τελικά.
“Δεν είσαι τρελή Βάσια,” είπε η φωνή.
“Ποιος μιλάει!” φώναξε εκείνη κοιτάζοντας γύρω στο δωμάτιο.
“Ξέρω ότι ακούγεται τρελό, αλλά μη φρικάρεις. Είμαι η μικρή χελώνα στην πλάτη σου.”
Η Βάσια άρχισε να γελάει. Ένα γέλιο χωρίς ίχνος χαράς μέσα του. Παράνοιας ίσως, χαράς όχι. Σήκωσε το μαχαίρι από το πάτωμα.
“Όχι!” είπε η χελώνα. “Σε παρακαλώ, μην το κάνεις. Δεν θα καταφέρεις τίποτα. Δεν μπορείς να με ξεκολλήσεις από εκεί. Όχι έτσι τουλάχιστον. Άκουσε με.”
Το μαχαίρι έπεσε και πάλι. Η ανάγκη να κλάψει, τώρα ήταν πιο έντονη από ποτέ.
“Σε παρακαλώ, προσπάθησε να ηρεμήσεις,” συνέχισε η χελώνα. “Νομίζεις ότι έχεις τρελαθεί αλλά δεν είναι έτσι. Αλήθεια είμαι η χελώνα. Πήγαινε στον καθρέπτη και κοίταξε ξανά.”
Η Βάσια τώρα υπάκουσε σαν υπνωτισμένη, αλλά γύρισε με δισταγμό την πλάτη της όταν έφτασε εκεί.
“Κοίταξε στο καβούκι μου. Θα δεις το κεφάλι μου...τώρα.”
Και πράγματι, ένα μικροσκοπικό καφέ κεφαλάκι ξετρύπωσε από την κορυφή, με δύο μαύρα μάτια σε μέγεθος κεφαλιού καρφίτσας πάνω σε αυτό, ένα σε κάθε πλευρά.
“Συγγνώμη που προσκολλήθηκα πάνω σου, αλλά δεν ήταν επιλογή μου. Το ρεύμα με έφερε στο δρόμο σου. Μην ανησυχείς όμως, δεν θα σου κάνω κακό. Ξέρω και για το Κακό Πράγμα που συνέβη – ”
“Πως τα ξέρεις όλα αυτά;” μίλησε μετά από ώρα η Βάσια. Πριν όμως πάρει απάντηση από τη χελώνα συνειδητοποίησε κάτι εξίσου τρελό με όλα τα υπόλοιπα. “Αυτή η φωνή...η φωνή σου. Είναι η δικιά μου φωνή! Έτσι δεν είναι; Πως γίνεται...”
“Οι χελώνες δεν έχουν φωνή Βάσια, ακόμη και ένα τέτοιο...ιδιαίτερο είδος σαν εμένα. Τώρα είμαστε ενωμένες κατά κάποιο τρόπο και μπορώ να χρησιμοποιώ τη δική σου φωνή για να επικοινωνώ μαζί σου. Μοιραζόμαστε πράγματα τώρα, και έτσι μπορώ να ξέρω αυτά που ξέρω για σένα. Μπορώ να βλέπω τις σκέψεις σου. Δεν τις βλέπω όλες όμως, δεν θα ήταν σωστό. Αλλά αυτές που βρίσκονται στα πάνω στρώματα του μυαλού σου, αυτά που σε απασχολούν πιο πολύ, δεν μπορώ να τα αποφύγω.”
“Δε μπορεί να συμβαίνει αυτό,” είπε η Βάσια. “Μήπως να ξαναδοκιμάσω με το μαχαίρι.”
“Εμπρός δοκίμασε αν θέλεις, αλλά να ξέρεις ότι δε θα καταφέρεις τίποτα. Μπορείς να με σκοτώσεις με αυτό, αλλά δεν μπορείς να με ξεκολλήσεις από πάνω σου.”
“Τι είσαι; Ποια είσαι;”
“Είμαι μια χελώνα, προφανώς. Δεν είμαι ούτε θηλυκό ούτε αρσενικό όμως. Το είδος μου είναι από τα πρώτα που εμφανίστηκαν στον πλανήτη, περίπου διακόσια εκατομμύρια χρόνια πριν. Εγώ είμαι περίπου τριακοσίων χιλιάδων ετών – ”
“Όχι! Σταμάτα!” τη διέκοψε η Βάσια. “Όχι άλλο! Εντάξει, έκανα μία υποχώρηση και δέχτηκα, για την ώρα τουλάχιστον, ότι μία χελώνα που διαβάζει τις σκέψεις μου και μιλάει με την φωνή μου είναι καρφωμένη στην πλάτη μου, όσο τρελά και να ακούγονται όλα αυτά. Σε παρακαλώ όμως, μη το κάνεις πιο τρελό από ότι ήδη είναι.”
“Έχεις δίκιο, συγγνώμη. Ίσως καλύτερα να μιλήσουμε αργότερα ή αύριο. Θα κοιμηθώ τώρα, προτείνω να κάνεις κι εσύ το ίδιο.”
Η Βάσια ντύθηκε και ξάπλωσε μη ξέροντας τι να πιστέψει. Ένα μέρος της πίστευε ότι αν αποδεχθεί την ύπαρξη της χελώνας, ουσιαστικά θα αποδέχονταν την ίδια της την τρέλα. Πως μπορούσε να το αμφισβητήσει όμως; Την έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια και την άγγιξε, έστω και με το μαχαίρι. Και η φωνή ήταν εκεί, δυνατή και καθαρή. Οι τρεις από τις πέντε αισθήσεις της επιβεβαίωναν την παρουσία της χελώνας. Ήταν μια ισχυρή πλειοψηφία, αν σκεφτεί κανείς ότι η θέαση και μόνο ενός φαινομένου συνήθως αρκεί ώστε να αποδεχθούμε την ύπαρξή του.
Παραδόξως, ο ύπνος ήρθε και μάλιστα γρήγορα.

4

Ξυπνώντας, αυτή τη φορά δεν είχε την ελπίδα ότι όλα μπορεί να ήταν ένα όνειρο. Ή σωστότερα, ένας εφιάλτης. Ήξερε ότι θα έβλεπε την χελώνα πριν καν ο καθρέπτης της το επιβεβαιώσει.
Οι γονείς της είχανε γυρίσει εντωμεταξύ, αλλά εννοείται ότι δεν τους ανέφερε τίποτα από όσα της είχαν συμβεί. Ούτε την πτώση στη θάλασσα, ούτε ότι δε πήγε στη δουλειά, ούτε φυσικά την τρελή ιστορία με τη χελώνα. Σήμερα ήταν περισσότερο νευρική και απόμακρη αλλά οι γονείς της δεν το πρόσεξαν. Όλοι τους είχανε αλλάξει από τότε που συνέβη το Κακό Πράγμα.
“Έχεις κάποιο όνομα;” ρώτησε η Βάσια εκείνο το βράδυ.
“Όνομα;” αναρωτήθηκε η χελώνα. “Όχι. Μπορείς να μου δώσεις εσύ ένα αν θέλεις.”
“Δε πειράζει, αν χρειαστεί θα σε λέω απλά χελώνα.”
“Όπως νομίζεις.”
“Ωραία λοιπόν, πως θα σε βγάλω από πάνω μου;”
“Υπάρχουν δύο τρόποι. Ο ένας είναι να κόψεις ένα μεγάλο μέρος της πλάτης σου, κινδυνεύοντας να κάνεις κακό στον εαυτό σου, αλλά και σε εμένα που θα πεθάνω μετά από κάτι τέτοιο.”
“Και ο άλλος;”
“Ο άλλος είναι ο φυσικός τρόπος, όπου θα χωριστούμε χωρίς πόνο και αίματα.”
“Ωραία, διαλέγω τον δεύτερο. Τι πρέπει να κάνουμε;”
“Υπάρχουν κάποια μέρη στον κόσμο, κάποια πολύ ξεχωριστά μέρη.”
“Τι μέρη;”
“Είναι μικρές λίμνες. Πρέπει να πάμε σε κάποια από αυτές.”
“Και που είναι αυτές;”
“Δεν ξέρω ακριβώς. Ξέρω ότι υπάρχουν τέσσερις στο σύνολο. Για την ακρίβεια πέντε, αλλά η πέμπτη είναι στο φεγγάρι.”
Η Βάσια γέλασε. “Δεν υπάρχουν λίμνες στο φεγγάρι.”
“Ναι...ας την αφήσουμε καλύτερα αυτή την πέμπτη, δεν έχει σημασία.”
“Μη με κάνεις να αρχίσω να σε αμφισβητώ πάλι, τώρα που σε συνήθισα και κάνω μεγάλη προσπάθεια να πιστέψω αυτά που ακούω.”
Σε συνήθισα λέει! πετάχτηκε μια φωνή. Συγχαρητήρια Βάσια, οδεύεις ολοταχώς να φορέσεις την λευκή στολή.
“Σωστά,” είπε η χελώνα. “Ξέρω ότι αντιστοιχεί μία από αυτές τις λίμνες για κάθε σημείο του ορίζοντα. Ξέρω που είναι, αλλά δεν ξέρω τις ονομασίες που έχετε δώσει σε αυτές τις περιοχές εσείς οι άνθρωποι. Θα πρέπει να κοιτάξω λίγο βαθύτερα μέσα στο μυαλό σου για να δω. Αν βέβαια υπάρχει μέσα στο μυαλό σου παγκόσμιος χάρτης. Έχω την άδεια σου;”
“Ναι, τελείωνε.”
Η Βάσια δεν ένιωσε στην πραγματικότητα κάτι όση ώρα η χελώνα ψαχούλευε μέσα στο μυαλό της, αλλά ήταν σίγουρη ότι εκείνη την στιγμή δέχτηκε κάποιο είδος νοητικού βιασμού.
Μετά από τέσσερα δευτερόλεπτα η χελώνα ανακοίνωνε: “Κίνα στην ανατολή, Ανταρκτική στο νότο, Νορβηγία στο βορρά και Μεξικό στη δύση.”
Η Βάσια έμεινε σιωπηλή.
“Ποιο είναι πιο κοντά;” ρώτησε η χελώνα.
“Το φεγγάρι,” απάντησε κοφτά η Βάσια.
“Τι;”
“Πλάκα κάνω,” είπε η Βάσια και χαμογέλασε.
Μα ναι! Κάνει και πλάκες τώρα το κορίτσι μας! Τι λες Βάσια; Μήπως θα γίνετε και κολλητές με τη χελώνα και θα κάνετε ταξιδάκια στην Ανταρκτική; Ξεκόλλα πριν είναι πολύ αργά.
Η Βάσια έκανε πέρα – για την ώρα – αυτές τις σκέψεις και συγκεντρώθηκε σε μία λέξη που είπε η χελώνα: Νορβηγία. Η Νορβηγία ήταν το όνειρό της εδώ και οκτώ χρόνια, κατά τα διάρκεια των οποίων έβαζε συνεχώς χρήματα σε έναν κουμπαρά με τη Νορβηγική σημαία. Πίστευε ότι αν υπήρχε παράδεισος, τότε βρισκόταν σε αυτήν τη χώρα. Τοπία της Νορβηγίας απεικονίζονταν σε τρεις αφίσες του δωματίου της, αλλά και στις ταπετσαρίες του υπολογιστή της και του – πνιγμένου πλέον – κινητού της. Στον υπολογιστή μάλιστα διατηρούσε έναν φάκελο ονόματι “Norge,στον οποίο βρίσκονταν αποθηκευμένες πάνω από δύο χιλιάδες φωτογραφίες. Από κάποιο σημείο και μετά σταμάτησε να τον ενημερώνει γιατί φοβόταν ότι όταν με το καλό έκανε το ταξίδι, θα τα είχε δει όλα από φωτογραφίες και θα έλειπε η μαγεία της ανακάλυψης και της έκπληξης. Το σχέδιο έλεγε ότι το ταξίδι θα γινόταν σε δύο χρόνια από τώρα, όταν και θα τέλειωνε τη σχολή της.
“Υποθέτω ότι επιλέγουμε τον βορρά τελικά,” είπε η χελώνα. “Συγγνώμη, αλλά κάποιες σκέψεις σου είναι σαν φωτεινές ταμπέλες μπροστά στα μάτια μου. Δε γίνεται να μην τις διαβάσω.”
“Τι; Όχι, δεν ξέρω. Είναι νωρίς,” είπε η Βάσια σαν υπνωτισμένη.
“Ποτέ δεν είναι νωρίς για να κάνεις κάτι που ονειρευόσουν χρόνια,” είπε η χελώνα. “Αν δεν το κάνεις με την πρώτη ευκαιρία, μπορεί να μην υπάρξει δεύτερη.”
Η Βάσια δήλωσε ότι χρειαζόταν κάποιες μέρες να σκεφτεί και η χελώνα συμφώνησε, αφού πρώτα την προέτρεψε να μην το καθυστερήσει πολύ.

5

Μέτρησε τα χρήματα που είχε μαζέψει αναλογιζόμενη ταυτόχρονα το πόσο ηλίθιο ήταν αυτό που σκεφτόταν να κάνει. Αν και οριακά, έμοιαζαν να φτάνουν ώστε να πραγματοποιηθεί το ταξίδι.
“Δεν μπορώ να το κάνω αυτό,” είπε η Βάσια το επόμενο βράδυ. “Είναι τρελό και επικίνδυνο και οι γονείς μου δεν θα με αφήσουν ποτέ.”
“Μάλιστα,” είπε η χελώνα. “Δεν ήθελα να σου πω αυτό που θα σου πω τώρα, αλλά πλέον αναγκάζομαι να το κάνω. Δεν έχεις επιλογή Βάσια. Δεν μπορώ να ζήσω πάνω από ένα μήνα πάνω στην πλάτη σου. Άνθρωποι και χελώνες δεν μπορούνε να ζουν μαζί. Θα πεθάνω. Μπορεί να μη νοιάζεσαι για εμένα, λογικό είναι, αλλά δεν ξέρω τι επιπτώσεις θα έχει αυτό σε εσένα την ίδια. Μπορεί καμία, μπορεί πολλές και δυσάρεστες. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε δηλητηριάζω τον εαυτό μου, αφού τρέφομαι από το αίμα σου. Μην ανησυχείς, είναι απειροελάχιστες οι ποσότητες και ο οργανισμός σου ούτε που καταλαβαίνει τη διαφορά. Όμως αυτή δεν είναι τροφή για εμένα, αλλά μόλυνση, και πλέον ο μόνος τρόπος να εξαγνιστώ και να συνεχίσω να ζω είναι να κολυμπήσω σε μία από τις λίμνες. Οπότε ζητάω τη βοήθειά σου. Ο μόνος τρόπος να βοηθήσεις τον εαυτό σου, είναι να βοηθήσεις εμένα. Ακούγεται εκβιαστικό αυτό, αλλά είναι η αλήθεια. Δεν ήταν επιλογή μου να ενωθούμε, αλλά ότι έγινε...έγινε.”
Πρώτα το Κακό Πράγμα και τώρα αυτό, σκέφτηκε η Βάσια. Ποιος πρωτοείπε ότι ενός κακού μύρια έπονται; Θέλω να τον συναντήσω και να του σφίξω το χέρι.
“Εξάλλου,” συμπλήρωσε η χελώνα. “Θα κάνεις και το ταξίδι των ονείρων σου.”
Το επόμενο βράδυ...
“Θα πρέπει να μου δείξεις έναν αναλυτικότερο χάρτη αυτής της...Νορβηγίας,” είπε η χελώνα.
“Και πως θα το κάνω αυτό;” ρώτησε με γνήσια απορία η Βάσια.
“Απλά βρες κάποιον και κοίτα τον.”
“Κι εσύ πως θα τον δεις;”
“Μέσα από τα μάτια σου, πως αλλιώς;”
“Βλέπεις και μέσα από τα μάτια μου;” Η Βάσια έπαθε ένα μικρό σοκ.
“Φυσικά.”
“Δεν μου το είχες πει!”
“Το θεώρησα προφανές, από τη στιγμή που σου είπα ότι μπορώ να διαβάζω το μυαλό σου και να σου μιλώ με τη φωνή σου.”
Ναι, βέβαια σου μιλάει με τη φωνή σου. Αυτό είναι φυσιολογικό. Όλοι οι τρελοί ακούνε φωνές, εσύ απλά ακούς τη δική σου.
Η Βάσια βρήκε τον χάρτη και η χελώνα της έδειξε την ακριβή τοποθεσία. Το χέρι της έτρεμε πολύ άσχημα τη στιγμή που ήταν έτοιμη να κάνει κλικ στο πράσινο πλαίσιο το οποίο δήλωνε: “Επιβεβαίωση αγοράς εισιτηρίου,” σαν να την προειδοποιούσε ότι βρισκόταν στα πρόθυρα ενός τεράστιου λάθους.
Τελικά κατάφερε να ελέγξει τα δάχτυλά της και να κάνει το κλικ της ζωής της.
Η απάντηση που έλαβε ήταν η εξής:
Θεσσαλονίκη - Macedonia International (SKG)
08:05 22/09/2011
Μόναχο - Franz Josef Strauss (MUC)
09:20 22/09/2011
Μόναχο - Franz Josef Strauss (MUC)
13:05 22/09/2011
Τρόντχαϊμ - Vaernes (TRD)
16:15 22/09/2011


Τελική Τιμή: 539.21 €
Απέμεναν 3 ημέρες για το ταξίδι, στις οποίες η Βάσια ετοίμασε τα πράγματά της και προμηθεύθηκε ότι τις έλειπε, κυρίως εξοπλισμό κατασκήνωσης. Όλα αυτά έγιναν κρυφά από τους γονείς της. Δεν γινόταν να τους το πει. Έφερε στο μυαλό της τον διάλογο που θα λάμβανε χώρα:
Θα πάω ένα ταξίδι.
Γιατί; Πότε; Που; απάντησαν οι γονείς της σαν σε χορωδία.
Στη Νορβηγία.
Τι; Τρελάθηκες;
Πρέπει να πάω! Άλλωστε, πάντα το ήθελα.
Το ξέρουμε, αλλά γιατί τώρα; Τι σε έπιασε; Δεν μπορείς να φύγεις τώρα Βάσια, και το ξέρεις πολύ καλά αυτό. Πρέπει να –
Άκουσε αρκετά.
Το πρωινό της 22ας Σεπτεμβρίου, η μητέρα της Βάσιας διάβαζε με τρεμάμενα χέρια το λακωνικό σημείωμα που βρήκε κρεμασμένο στο ψυγείο:
Έφυγα για ένα μικρό ταξίδι. Θα γυρίσω σε μία εβδομάδα. Μην ανησυχήστε. Σας αγαπώ.
Βάσια.
Φυσικά δεν περίμενε να έχει αντίκρυσμα η προτροπή της ώστε να μην ανησυχήσουν. Αυτό ήταν αδύνατο, και το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να της τηλεφωνήσουν αμέσως. Το κινητό της όμως ήταν κλειστό και λίγο αργότερα το βρήκαν νεκρό στο δωμάτιό της. Κανείς από τους φίλους της δεν ήξερε το παραμικρό, ενώ μόλις επικοινώνησαν με τη δουλειά της, με έκπληξη πληροφορήθηκαν πως είχε παραιτηθεί πριν από δύο ημέρες.
Και μετά από όλα αυτά ζητάς να μην ανησυχούμε; Χέσε μας ρε Βάσια.




6
Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ της με αεροπλάνο κι ένιωσε έναν μικρό πανικό τη στιγμή που πέρασε τις πόρτες του αεροδρομίου.
Που πάω τώρα; Από που παίρνω το εισιτήριό μου; Με τις αποσκευές τι παίζει; Και πρέπει να κάνω και αυτό το...check in, ε; Αυτό πως το κάνουμε;
Ένιωσε μία έντονη παρόρμηση να κάνει μεταβολή και να γυρίσει πίσω. Προλάβαινε ακόμη να φτάσει σπίτι πριν ξημερώσει και να κατεβάσει το αποχαιρετιστήριο γράμμα από το ψυγείο πριν το δει κανένας. Δεν είχε καμία δουλεία σε αυτό το αεροδρόμιο.
Κοίτα γύρω σου Βάσια, όλους αυτούς τους ανθρώπους. Όλοι ξέρουν προς τα που να κατευθυνθούν, ενώ εσύ όχι, επειδή δεν έχεις καμία δουλειά εδώ. Γιατί δεν κάνεις αυτή τη μεταβολή λοιπόν; Ε; Τι λες;
Κοίταξε αρχικά στην πόρτα της εξόδου κι έπειτα προς τα εκδοτήρια.
Έλα τώρα Βάσια, αφού έχεις αποφασίσει ήδη, φύλαξε το δράμα για κάποια άλλη στιγμή, σκέφτηκε και ξεκίνησε προς τα εκδοτήρια.
Στάθηκε τυχερή αφού ο υπάλληλος έδειξε υπερβολική διάθεση να την βοηθήσει σε όλα, σίγουρα περισσότερη από εκείνη που θα έδειχνε σε οποιονδήποτε άλλο. Και γιατί να μην το κάνει άλλωστε; Είχε απέναντί του μια νέα και όμορφη κοπέλα που χρειαζόταν τη βοήθειά του. Για κάτι τέτοιες στιγμές ζούνε οι άντρες υπάλληλοι. Βέβαια κανείς δεν ήξερε αν θα έδειχνε τον ίδιο ζήλο μαθαίνοντας ότι η συγκεκριμένη κοπέλα είχε κρεμασμένη στην πλάτη της μία χελώνα ηλικίας 300.000 ετών, η οποία είχε την ικανότητα να διαβάζει σκέψεις.
Τελικά, χάρη στη πολύτιμη βοήθεια του υπαλλήλου, κατάφερε να απογειωθεί.
Κατά τη διάρκεια των πτήσεων είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή της για να σκεφθεί το πόσο γρήγορα είχαν γίνει όλα. Το Κακό Πράγμα, η βουτιά στη θάλασσα, η χελώνα και τώρα αυτό το τρελό ταξίδι. Ένιωθε ότι η ζωή της είχε ξαφνικά μετατραπεί σε μια σειρά από ντόμινο, όπου το ένα γεγονός πυροδοτούσε την έναρξη του επόμενου. Ποιο θα ήταν το επόμενο και τι την περίμενε εκεί πάνω;
7

Η χελώνα παρέμεινε σιωπηλή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και η Βάσια έπιασε τον εαυτό της να ανησυχεί λιγάκι. Τις τελευταίες ημέρες είχε αρχίσει να νιώθει κάποια ίχνη συμπόνοιας προς το μικροσκοπικό αυτό πλάσμα. Ένιωθε ότι κατά κάποιον τρόπο, ήτανε ένα μέρος του εαυτού της τώρα.
Όταν προσγειώθηκε στο Τρόντχαϊμ, πίστεψε ότι είχε έρθει σε κάποιον καινούριο και άγνωστο κόσμο. Τα πάντα ήταν διαφορετικά. Τα τοπία, η αρχιτεκτονική, οι δρόμοι, ακόμη και οι ήχοι και η μυρωδιά στην ατμόσφαιρα. Μέχρι και ο ήλιος φαινόταν λίγο περίεργος, αλλά αυτό ήταν φυσιολογικό από τη στιγμή που βρισκόταν λίγα μόλις χιλιόμετρα νότια του αρκτικού κύκλου.
Νοίκιασε ένα δωμάτιο για το βράδυ και ξεφορτώθηκε το σακίδιο της. Είχε πάρει μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Λίγα ρούχα, αλλά χοντρά και ογκώδη, πυξίδα, χάρτες, εξοπλισμό κατασκήνωσης. Άφησε πίσω της κάθε ηλεκτρονική συσκευή (με μοναδική εξαίρεση τη συσκευή αναπαραγωγής πολυμέσων, γνωστή στην ελληνική γλώσσα ως Mp3 Player), με πρώτο και καλύτερο το κινητό της τηλέφωνο. Δεν το άφησε γιατί ήταν νεκρό, αλλά επειδή δεν ήθελε να έχει καμία επαφή με την πατρίδα όσο θα βρισκόταν εκεί. Η υπόθεση ήταν αυστηρά προσωπική. Εξάλλου, τι καλά νέα θα μπορούσε να λάβει μέσω τηλεφώνου; Τα καλά νέα της είχανε γυρίσει την πλάτη εδώ και καιρό.
Κι αν πάθεις κάτι; της ψιθύρισε μία φωνή.
Δεν θα πάθω.
Διάφορα μπορούν να συμβούν στους ανθρώπους, πόσο μάλιστα όταν βρίσκονται μόνοι τους σε μία ξένη χώρα. Ποιος θα σε βοηθήσει;
Θα βοηθήσω μόνη μου τον εαυτό μου. Άντε χάσου τώρα.
Η φωνή χάθηκε και η Βάσια βγήκε στους δρόμους της πόλης, όχι για τουρισμό, δεν είχε όρεξη για τέτοια τώρα, αλλά για να βρει κάποιο κατάστημα ενοικίασης ποδηλάτων. Έπειτα θα γυρνούσε να κοιμηθεί, γιατί είχε πολύ δρόμο ακόμη μπροστά της.

8

Τοποθέτησε το ποδήλατό της στον ειδικό χώρο που υπήρχε για αυτά (έπαθε ένα μικρό πολιτισμικό σοκ μόλις έμαθε ότι υπήρχε τέτοιο πράγμα) στο τρένο των 07.38 για το Μπόντο, στο οποίο θα έφτανε δέκα ώρες αργότερα.
Όταν το τρένο άρχισε να τσουλάει, η Βάσια συνειδητοποίησε πως είχε κάνει ένα ασυγχώρητο λάθος. Δεν είχε φέρει μαζί της τη φωτογραφική μηχανή. Μπορεί να μην είχε όρεξη για τουρισμό, όμως αυτή η διαδρομή της την επέβαλε με το ζόρι. Τα τοπία από τα οποία πέρασε ήταν τέτοιας εξωφρενικής ομορφιάς που ήταν σαν να δήλωναν: “Εδώ επικρατεί χούντα, κοπελιά. Δεν επιτρέπονται κατσουφιασμένα μούτρα και μαύρη διάθεση. Θα σε κάνουμε να χαμογελάσεις και να ανέβεις με το έτσι θέλω!”
Η Βάσια ήταν ευγνώμων για αυτή τη δικτατορία που επέβαλε το φυσικό περιβάλλον και άρχισε αμέσως να αισθάνεται πολύ καλύτερα. Στις δέκα ώρες που διήρκεσε το ταξίδι, ελάχιστες ήταν οι στιγμές που το πρόσωπό της ξεκόλλησε από το παράθυρο. Έμοιαζε με ένα μικρό κοριτσάκι που ανέβαινε για πρώτη φορά στο τρενάκι του λούνα παρκ. Και όπως συμβαίνει στα μικρά κοριτσάκια, έτσι και από τη Βάσια είχανε εξαφανιστεί, έστω και για λίγο, όλες οι κακές αναμνήσεις και οι στεναχώριες. Ακόμη και το Κακό Πράγμα έμοιαζε να υποχωρεί στα βάθη του μυαλού της, αν και ήταν αδύνατο να βγει τελείως από αυτό.
Η χελώνα μίλησε μετά από μέρες εκείνο το βράδυ στο Μπόντο, τη στιγμή που από το παράθυρο του πανδοχείου ο ήλιος φαινόταν να έχει βάλει φωτιά στον ορίζοντα με την κάθοδό του.
“Νόμιζα πως πέθανες,” είπε η Βάσια.
“Απλά κοιμόμουν,” απάντησε η χελώνα. Η Βάσια ένιωσε να ζαλίζεται ακούγοντας μετά από καιρό τη φωνή της μέσα στο κεφάλι της. “Αλλά θα πεθάνω αν δεν φτάσουμε σύντομα στη λίμνη.”
“Αύριο, αν μπορέσουμε να βρούμε τη σωστή. Υπάρχουν μισό εκατομμύριο λίμνες σε αυτή τη χώρα.”
“Μη σε απασχολεί αυτό, θα τη βρούμε.”
“Είσαι πράγματι τόσο μεγάλη όσο λες;”
“Ναι, αν και στα μισά από αυτά τα χρόνια κοιμόμουν.”
“Δεν μεγαλώνεις; Σωματικά εννοώ.”
“Όχι, και γι' αυτό μπορώ και επιζώ τόσα πολλά χρόνια.”
Η Βάσια χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά. “Αδύνατον,” μουρμούρησε.
“Τίποτα δεν είναι αδύνατο, Βάσια. Από όσα έχω καταλάβει όσες μέρες είμαι μαζί σου, εσείς οι άνθρωποι νομίζετε ότι τα ξέρετε όλα, αλλά αυτό είναι τελείως λάθος. Υπάρχουν πολλά και μεγάλα μυστικά σε αυτό το κόσμο για τα οποία δεν έχετε τη παραμικρή γνώση. Εγώ είμαι ένα ζωντανό παράδειγμα.”
“Έχεις οικογένεια;”
“Όλοι έχουνε οικογένεια, αν και στο είδος μας δεν είναι τόσο δεμένη όπως σε εσάς. Είστε πολύ τυχεροί σε αυτό το θέμα, ελπίζω να το ξέρετε.”
“Ναι,” είπε η Βάσια κοιτάζοντας το κόκκινο στέμμα που χάρισε στον ορίζοντα ο εξαφανισμένος πλέον ήλιος. “Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές το ξεχνάμε αυτό.”
Έφυγε από το παράθυρο με προορισμό το κρεβάτι της, αφού για μια ακόμη μέρα θα έπρεπε να ξυπνήσει πριν την ανατολή του ηλίου.
“Ακόμη δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω πως έφτασα ως εδώ. Πριν δύο ημέρες ήμουν στο σπίτι μου και τώρα...” γέλασε μέσω της μύτης της. “Είναι ένα μικρό θαύμα, κι εγώ δεν πιστεύω στα θαύματα.”
“Κακώς,” είπε η χελώνα. “Θαύματα συμβαίνουν, μόνο που δεν είναι ο Θεός αυτός που τα κάνει, αλλά οι άνθρωποι.”

9

Από το Μπόντο, το πλοίο την μετέφερε στη νήσο Ροστ, αλλά ακόμη δεν είχε φτάσει στον τελικό της προορισμό που ήταν ένα μικρό νησάκι στα δυτικά του. Το όνομά του ήταν Ρενς και πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχε συγκοινωνία για να φτάσει εκεί, μιας και ήταν ακατοίκητο. Ο μόνος τρόπος, ήταν να πείσει κάποιον που είχε το κατάλληλο μέσον ώστε να τη μεταφέρει.
Στις αποβάθρες του Ροστ βρήκε έναν ψαρά διατεθειμένο να το κάνει και μετά από μία – δεν θα την έλεγες και τόσο – συζήτηση στα αγγλικά και κυρίως με νοήματα, κατάφερε να του εξηγήσει τι ήθελε. Έτσι ήλπιζε τουλάχιστον. Ο ασυνήθιστα νέος για ψαράς, την μετέφερε στο Ρενς, αλλά επέστρεψε αμέσως πίσω. Αν συνεννοήθηκαν σωστά, θα περνούσε το επόμενο πρωί να την πάρει, όταν και θα επέστρεφε από το ψάρεμα.
Πέρα από μια υποτυπώδη ξύλινη αποβάθρα, το νησί ήταν άδειο. Το έδαφος του ήταν εντελώς επίπεδο, σαν μια φέτα τυρί, με κοντή πράσινη βλάστηση να το καλύπτει εξολοκλήρου. Το μόνο που έδινε κάποιο ανάγλυφο σχήμα και όγκο στο νησί ήταν μια ομάδα από ψηλούς βράχους στην απέναντί, νότια πλευρά του. Κι εκεί ήτανε που έπρεπε να πάει, στο νότιο άκρο του νησιού.
Ξεκίνησε με αεροπλάνο, συνέχισε με τρένο, πλοίο και βάρκα, και τώρα θα ολοκλήρωνε αυτό το τρελό και μακρύ ταξίδι της με το ποδήλατο.
Με το ποδήλατο, όπως ξεκίνησε πριν κάτι μέρες, σκέφτηκε για πρώτη φορά η Βάσια και χαμογέλασε.
Το νησί, αντικειμενικά μιλώντας, θα έλεγες ότι ήταν άσχημο, αφού δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα μικρό κομμάτι επίπεδης γης με κάτι βράχια στην άκρη της, αλλά παρόλα αυτά το λάτρεψε ολόψυχα.
Και για μια ακόμη φορά, ξεκίνησε να κάνει πετάλι.
Χρειαζόταν μόλις δεκαπέντε λεπτά για να διασχίσεις το νησί και η Βάσια άρχισε να ανησυχεί όταν έβλεπε ότι η το έδαφος τελείωνε σύντομα και δεν υπήρχε καμία λίμνη τριγύρω.
“Συνέχισε να προχωράς προς τα βράχια και μην ανησυχείς,” είπε η χελώνα διαβάζοντας την ανησυχία της και είχε δίκιο.
“Σου φαίνεται για λίμνη εσένα αυτό το πράγμα;” είπε η Βάσια καθώς στεκόταν στις όχθες μιας στρογγυλής τρύπας στο έδαφος διαμέτρου δέκα μέτρων. “Πιο πολύ με μια μεγάλη λακκούβα μου μοιάζει εμένα.”
Πάνω από την νότια όχθη της, υψώνονταν τα βράχια σαν τεράστια τείχη που την προστάτευαν από τους κακούς νότιους ανέμους. Από τον βορρά το μέρος ήταν ανοιχτό. Ήταν λες και αυτά τα βράχια συνέλεγαν τον παγωμένο βόρειο αέρα και τον διοχέτευαν μέσα στη λίμνη.
Μόλις τελείωσε με το στήσιμο της σκηνής, κάθισε οκλαδόν δίπλα από τη λίμνη. Ο ουρανός ήταν καθαρός, ο ήλιος κατέβαινε γρήγορα και σύντομα θα έκανε κατάδυση στα παγωμένα νερά του αρκτικού κύκλου.
“Τι κάνουμε τώρα;” ρώτησε η Βάσια.
“Απλά θα κολυμπήσεις μέσα στη λίμνη και δεν θα με δεις ή ακούσεις ποτέ ξανά,” είπε η χελώνα.
“Δεν θα παγώσω;”
“Δε νομίζω. Πιστεύω θα σου αρέσει.”
“Που θα πας όταν φύγεις από πάνω μου;”
“Στον ωκεανό, λέω να ταξιδέψω ακόμη πιο βόρεια. Ίσως να βρω κι ένα ταίρι και να κάνουμε οικογένεια, ποιος ξέρει.”
“Οπότε...πρέπει να αποχαιρετιστούμε τώρα;”
“Υποθέτω πως ναι. Σ' ευχαριστώ που μου έσωσες τη ζωή και συγγνώμη αν έκανα τη δική σου άνω-κάτω.”
“Μη το σκέφτεσαι, η ζωή μου ήταν έτσι κι αλλιώς άνω-κάτω τελευταία. Κι εγώ σ' ευχαριστώ. Αν δεν ήσουν εσύ ίσως να μην έκανα ποτέ αυτό το ταξίδι. Στην αρχή είχα ενδοιασμούς, αλλά τώρα δε το μετανιώνω. Νιώθω πολύ καλύτερα αυτές τις μέρες. Είναι λες και αυτό το μέρος έχει κάτι μαγικό που σε κάνει να ξεχνάς αυτά που σε πονάνε.”
“Κοντά είσαι,” είπε η χελώνα και η Βάσια σηκώθηκε όρθια για να βγάλει τα ρούχα της. Το νερό λογικά θα ήταν παγωμένο αλλά αυτό δεν την ένοιαζε πια. Στάθηκε γυμνή μπροστά στη λίμνη, κοιτάζοντας την αντανάκλαση της στην σχεδόν ακίνητη επιφάνειά της. Ο αέρας ήταν κρύος και ένιωσε σαν να μπήκε μέσα σε μια μεγάλη κατάψυξη, αλλά και πάλι δεν την ένοιαζε. Ήταν έτοιμη να κάνει το πρώτο βήμα μέσα στο νερό, όταν η χελώνα την διέκοψε.
“Α! Περίμενε!” αναφώνησε. “Παραλίγο να το ξεχάσω. Κάνε μια χάρη στον εαυτό σου και μην κοιμηθείς νωρίς απόψε, εντάξει;”
“Γιατί;” ρώτησε η Βάσια απορημένη.
“Θα δεις. Καν' το και δεν θα το μετανιώσεις.”
“Εντάξει,” είπε η Βάσια και έκανε το πρώτο βήμα μέσα στο νερό. “Καλό ταξίδι.”
Μυστηριωδώς, το νερό δεν ήταν κρύο. Δεν ήταν και ζεστό βέβαια, αλλά σε καμία περίπτωση δεν φανταζόταν τέτοια θερμοκρασία σε ένα τέτοιο μέρος. Η αίσθηση του νερού πάνω στο σώμα της ήταν επίσης διαφορετική από ότι είχε συνηθίσει στις θάλασσες που είχε κολυμπήσει κατά καιρούς. Δεν ήταν ούτε η έλλειψη αλατιού που συναντάται στις λίμνες, αλλά κάτι διαφορετικό που έκανε την Βάσια να επιπλέει χωρίς να προσπαθεί ιδιαίτερα. Ένιωθε ότι θα μπορούσε να κολυμπάει εκεί για μέρες χωρίς να κουραστεί.
Είχε φύγει η χελώνα; Δεν μπορούσε να δει ούτε στην πλάτη της, ούτε κάτω από την επιφάνεια του νερού, οπότε άρχισε να ψιθυρίζει, “Είσαι εδώ; Χελώνα;”
Δεν πήρε καμία απάντηση. Η χελώνα είχε πλέον φύγει. Πιθανόν τώρα να κολυμπούσε μέσα σε κάποιο τούνελ που θα την έβγαζε στον ωκεανό.
Κράτησε την αναπνοή της και βυθίστηκε κάτω από την επιφάνεια, για ένα ολόκληρο λεπτό, κάτι το οποίο δεν είχε καταφέρει ποτέ ξανά. Το ρεκόρ της ήτανε μόλις δεκατέσσερα δευτερόλεπτα. Τι είχε σκεφτεί πριν κάτι μέρες; Ότι το μυαλό της δεν θα την άφηνε να νιώσει εντελώς καθαρή ποτέ ξανά μετά την πτώση στον Θερμαϊκό; Έκανε λάθος. Τώρα αισθανόταν πιο καθαρή από ποτέ, σωματικά αλλά και ψυχολογικά, λες και όλα της τα προβλήματα βυθίστηκαν στον πάτο της λίμνης.
Όταν αποφάσισε τελικά να βγει από αυτήν, είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Κοίταξε στην πλάτη της μέσω της αντανάκλασης της και επιβεβαίωσε ότι η χελώνα την είχε αφήσει. “Ευχαριστώ,” ψιθύρισε χωρίς να ξέρει γιατί ακριβώς το έκανε.
Η ζεστασιά των χοντρών ρούχων ήταν καλοδεχούμενη, τώρα που καθόταν έξω από την σκηνή κοιτάζοντας προς τον βορρά, με το ποδήλατό της να σχεδιάζει μια μαύρη σκελετωμένη φιγούρα πάνω στον βιολετί ουρανό. Ήταν μια εικόνα για φωτογραφία αλλά...την επόμενη φορά.
Άραγε θα μπορέσω να ξανάρθω ποτέ; Μακάρι. Μακάρι...
Ο ουρανός έγινε μαύρος, τα αστέρια εμφανίστηκαν κατά χιλιάδες πάνω του και η Βάσια καθόταν ακόμη έξω από τη σκηνή της, κόκκινο μπουφάν, μάλλινα γάντια και σκουφάκι, το ακάλυπτο πρόσωπο της κόκκινο από το κρύο. Αλλά έτι μία φορά, δεν έδινε δεκάρα.
Και τότε ήταν που ξεκίνησε η πιο εντυπωσιακή παράσταση που η φύση μπορεί να προσφέρει.
Αρχικά η Βάσια τρόμαξε, καθώς νόμιζε πως όντως τα είχε χάσει, αφού μετά τη φωνή της χελώνας, τώρα έβλεπε και πράγματα που δεν μπορούσαν να υπάρχουν. Ένα άλλο μέρος του εαυτού της, πίστευε ότι γινόταν μάρτυρας σε μία επιδρομή εξωγήινων στον πλανήτη. Τελικά, της πήρε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβει ότι απλά αντίκριζε το Βόρειο Σέλας.
Ένιωσε την καρδιά της να ελαττώνει την ταχύτητα με την οποία της χάριζε παλμούς ζωής, λες και ήθελε κι εκείνη να ρίξει μια κλεφτή ματιά στον ουρανό. Ήταν ότι πιο επιβλητικό και υπέροχο είχανε δει τα μάτια της σε όλη της τη ζωή, με διαφορά από το δεύτερο, τόσο μεγάλη που...απλά δεν υπήρχε δεύτερο.
Ένιωσε τόσο μικρή απέναντι σε αυτές τις κολοσσιαίες, αιθέριες πράσινες κουρτίνες που κυμάτιζαν μπροστά από τον νυχτερινό ουρανό και έμοιαζαν να είναι κρεμασμένες από τα ίδια τα αστέρια. Άλλαζαν σχήματα, εξαφανίζονταν και δημιουργούνταν νέες, λες και κάποιος Θεός εκεί πάνω αποφάσισε να παίξει λίγο με τον πράσινο φακό του.
Το βλέμμα της Βάσιας, αλλά και όλο της το σώμα, είχαν παγώσει απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, κάνοντάς την να μοιάζει με πέτρινο άγαλμα. Σκεφτόταν πως δεν μπορούσαν να υπάρχουν κακά πράγματα στον κόσμο. Φυσικά και δεν μπορούσαν, ήταν αστείο. Και το Κακό Πράγμα που είχε συμβεί στην ίδια; Ποιο Κακό Πράγμα; Ένιωθε ότι είχε σβηστεί τελείως από το μυαλό της τώρα.
Στο παρελθόν είχε δει πολλές φωτογραφίες και βίντεο του Βόρειου Σέλαος, όμως τώρα όλα αυτά της φαίνονταν αστεία, φθηνές απομιμήσεις της αλήθειας, οι οποίες τελικά δεν μπορούσαν να μεταφέρουν παρά ένα απειροελάχιστο ποσοστό της πραγματικής μαγείας που ένιωθε εκείνη τη στιγμή.
Ξάπλωσε ανάσκελα στο γρασίδι και φόρεσε τα ακουστικά της, κοιτάζοντας πάντα την παράσταση που έδιναν τα φώτα στον ουρανό. Η οθόνη πάνω στη μικρή συσκευή που βρισκόταν μέσα στην τσέπη της τώρα δήλωνε: “Glósóli – Sigur Rós.”
Γνώρισα την αληθινή γαλήνη, σκέφτηκε ακούγοντας την μουσική και κοιτάζοντας τον ουρανό. Χαμογέλασε. Ένιωθε πως δεν υπήρχαν όρια πια. Η γραμμή ανάμεσα στο εφικτό και το ανέφικτο είχε εξαφανιστεί. Είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσα ακόμη και να πετάξω αυτή τη στιγμή αν προσπαθούσα.
Καθώς το τραγούδι έφτανε στο τέλος του και τα μάτια της σιγά σιγά έκλειναν, ένιωσε τα πιο γλυκά δάκρυα της ζωής της να κυλούν στους κροτάφους της και να βρέχουν το γρασίδι. Ήταν δάκρυα ανακούφισης, λες και τα τελευταία υπολείμματα του Κακού Πράγματος και όλων των Κακών Πραγμάτων που είχε ζήσει βρίσκονταν μέσα σε αυτά.
Όταν η μουσική σιώπησε, είχε μόλις αποκοιμηθεί. Ονειρεύτηκε.

10

Βρισκόταν στο σπίτι της, και διάβαζε ένα βιβλίο ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ήταν μόνη και ήταν βράδυ. Ένα δυνατό βουητό την έκανε να σηκώσει τα μάτια της από το βιβλίο και ένα ακόμη δυνατότερο να το αφήσει στο κρεβάτι και να σηκωθεί όρθια. Ο ήχος προέρχονταν από το δρόμο. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω. Τώρα ακουγόταν πιο δυνατός από ποτέ, συνοδευόμενος από μικρότερους μεταλλικούς ήχους, σαν σπαθιά που χτυπάνε μεταξύ τους. Η Βάσια είδε μια κατάμαυρη σκιά να πηγάζει από τη γωνία και να μεγαλώνει με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Ένα ήταν σίγουρο για αυτό που θα εμφανιζόταν από τη γωνία: ήταν τεράστιο και σίγουρα Κακό. Προς στιγμήν, ένιωσε έτοιμη να επιστρέψει στο δωμάτιό της, να σφραγίσει πόρτες και παράθυρα και να κρυφτεί κάτω από τα σκεπάσματα. Με μια δεύτερη σκέψη όμως απέρριψε αυτή την ιδέα. Ήθελε να μείνει εκεί, να δει τι ήταν αυτό που θα έστριβε από τη γωνία και να το αντιμετωπίσει αν χρειαστεί. Ήταν ένα τέρας. Ένα τέρας που ξεπερνούσε τα δέκα μέτρα σε ύψος. Το δέρμα του, αν μπορούσες να το αποκαλέσεις δέρμα, ήταν άχρωμο σαν τη βροχή. Το σχήμα του ήταν ακανόνιστο, ενώ δεν φαινόταν να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μάτια ή στόμα. Απλά έσερνε το σώμα του προς το σπίτι της, παράγοντας αυτόν τον απαίσιο και απόκοσμο ήχο. Όταν έφτασε εκεί, σταμάτησε να κινείται. Και να ήθελε να το βάλει στα πόδια τώρα, δεν μπορούσε. Δεν είχε όμως τέτοιο σκοπό και στάθηκε απέναντί του χωρίς φόβο. Το τέρας άνοιξε τα μάτια του και το στόμα του, τα οποία ήταν τελικά κρυμμένα μέσα σε αυτή την άχρωμη μάζα. Τα μάτια ήταν ολοστρόγγυλα και κατάμαυρα, σαν πηγάδια που οδηγούν στην κόλαση, ενώ το ίδιο ίσχυε και για το στόμα του. Κοίταξε την Βάσια και έβγαλε μία κακόφωνη κραυγή που έκανε τα λουλούδια στις γλάστρες του μπαλκονιού της να μαραθούν. Η Βάσια κοίταξε πρώτα στα νεκρά λουλούδια και έπειτα μέσα στα μάτια του μιάσματος.
Φύγε από εδώ, είπε χαμηλόφωνα.
Το τέρας την κοίταξε με ένα ύφος που δήλωνε είτε ότι δεν είχε ακούσει, είτε ότι αιφνιδιάστηκε.
ΦΥΓΕ! ούρλιαξε τώρα η Βάσια.
Το τέρας έμεινε μαρμαρωμένο για μερικά δευτερόλεπτα και όταν άρχισε επιτέλους να κινείται, τα μάτια και το στόμα του εξαφανίστηκαν πάλι. Έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε πίσω από την γωνία από την οποία προήλθε.
11

Η ανατολή του ηλίου την βρήκε να μαζεύει τα πράγματά της. Ανέβηκε στο ποδήλατό της και έκανε πετάλι, ξεκινώντας το μακρύ ταξίδι του γυρισμού, νιώθοντας καλύτερα από ποτέ. Αποφάσισε μάλιστα να ταξιδέψει με το τρένο μέχρι το Όσλο και να πάρει από εκεί το αεροπλάνο της επιστροφής. 1200 χιλιόμετρα και 18 ώρες μέσα στο τρένο διασχίζοντας τη μισή χώρα; Ακουγόταν καλό, πολύ καλό. Ξαφνικά είχε όρεξη για τουρισμό και η διαδρομή δεν την απογοήτευσε. Δεν ήταν δα και Βόρειο Σέλας, αλλά ήταν επίσης μαγική.
12

Λένε συχνά ότι κάποιος “προσγειώνεται” στην σκληρή πραγματικότητα. Η Βάσια όμως είδε την σκληρή και άσχημη πραγματικότητα λίγο πριν προσγειωθεί στη Θεσσαλονίκη. Θυμόταν τις στιγμές πριν την προσγείωσή της στο Τρόντχαϊμ και μετά την απογείωσή της από το Όσλο. Θυμόταν που κοίταζε από το παράθυρο τις δύο αυτές πόλεις που απλώνονταν από κάτω της. Αυτό που έβλεπε ήταν μία περιοχή καλυμμένη κατά εβδομήντα περίπου τοις εκατό από το πράσινο χρώμα. Ανάμεσα σε αυτό το πράσινο, ξεφύτρωνε το υπόλοιπο τριάντα τοις εκατό, το οποίο αποτελούταν από γκρίζο, κόκκινο, κίτρινο, ανάλογα με το χρώμα των κτηρίων που ήταν διασκορπισμένα εκεί. Έπρεπε να προσπαθήσεις πολύ ώστε να καταλάβεις ότι αυτό που έβλεπες εκεί κάτω ήταν μία πόλη. Τώρα όμως, κοίταζε από το παράθυρο και αυτό που έβλεπε ήταν άσχημο, αηδιαστικό και εξοργιστικό. Ήταν ένα λευκό καρκίνωμα που είχε καταλάβει βίαια και χωρίς έλεος ένα μεγάλο κομμάτι της γης. Ήταν ένας καρκίνος, χωρίς υπερβολή. Ένας τσιμεντένιος καρκίνος.
Θεέ μου, ζούσα εκεί μέσα για είκοσι χρόνια; Κι εγώ και όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκεί κάτω. Πως το ανεχόμαστε αυτό;
Κάλυψε το στόμα της με το χέρι της σαν να αντίκρισε μια νεκρή γάτα στην άκρη του δρόμου και πήρε τα μάτια της μακρυά από το παράθυρο.

13

Μερικές ώρες αργότερα στεκόταν έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Το σοκ που υπέστη κοιτάζοντας από το παράθυρο του αεροπλάνου νωρίτερα, δεν ήταν αρκετό ώστε να της χαλάσει αυτό που είχε κερδίσει από αυτό το ταξίδι. Είχε μόλις ζήσει την ομορφότερη εμπειρία της ζωής της και αισθανόταν υπέροχα.
Από την άλλη πλευρά της πόρτας, η μητέρα της διάβαζε για χιλιοστή φορά το σημείωμα της Βάσιας, πιστεύοντας ότι αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της κόρης της, μιας και είχε πειστεί πως δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ στη ζωή της. Έτσι, όταν χτύπησε το κουδούνι, πίστεψε ότι ήρθαν τελικά τα κακά μαντάτα. Μπορούσε ήδη να δει έναν αστυνομικό να στέκεται εκεί έξω, ο οποίος μόλις άνοιγε την πόρτα θα την κοίταζε με ένα σκοτεινό βλέμμα συμπόνοιας, αληθινής ή ψεύτικης. Δεν πήγε να ανοίξει, δεν μπορούσε να το κάνει και να αντικρίσει αυτό το βλέμμα. Ακόμη και όταν άκουσε κλειδιά πίσω από την πόρτα, ακόμη κι όταν αυτή άνοιξε, ακόμη κι όταν είδε την κόρη της να περνάει το κατώφλι, δεν μπορούσε να το πιστέψει.
Όταν το πίστεψε, έτρεξε και την αγκάλιασε.

14

Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, πήγε με τους γονείς της στο νοσοκομείο. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να το αποφύγει, αφού κανονικά έπρεπε να πάει την ημέρα που έφυγε για το ταξίδι. Εντωμεταξύ τους είχε αποκρύψει την αλήθεια σχετικά με το που πήγε και το τι της είχε συμβεί. Ίσως να τους την έλεγε κάποια στιγμή, αλλά όχι τώρα.
Υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία και ακτινογραφία κρανίου, μιας και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι διάολο είχε συμβεί. Το Κακό Πράγμα δεν ήταν πια εκεί.