Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Μιούχνας



Μιούχνας

«Να εγερθούν οι εκπρόσωποι των κατηγορουμένων παρακαλώ.
«Μέλη της κατηγορούμενης φυλής των Μιούχνας, μέλη των υπόλοιπων 127 φυλών. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Γαλαξιακής Ένωσης των 128, δίκασε και λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν έλαβε την απόφασή του.
«Η φυλή των Μιούχνας κατηγορείται για τα ακόλουθα αδικήματα: ανάπτυξης πολεμικής τεχνολογίας, πράξεων πολέμου ενάντια σε έτερα μέλη της Ένωσης, πράξεων πολέμου μεταξύ μελών της ίδιας φυλής, γενοκτονίας της φυλής των Φλίντονς, εκμετάλλευσης κατώτερης νοημοσύνης ζωντανών οργανισμών, καταστροφής φυσικών πόρων πλανητών, τάσεις εκτός ορίων επεκτασιμότητας, ανάπτυξης οικονομίας βασισμένη σε νόμισμα, ρατσισμού, εκφοβισμού, παρουσίασης ανισοτήτων μεταξύ των μελών της φυλής και δημιουργίας κυβέρνησης.
«Με ψήφους 127 - 0, το Ανώτατο Δικαστήριο της Γαλαξιακής Ένωσης των 128 βρίσκει τους κατηγορούμενους ένοχους για όλες της κατηγορίες, και επιβάλλει τις ακόλουθες ποινές: Αποβολή της φυλής των Μιούχνας από την Ένωση και εξορία διάρκειας δύο χιλιάδων πρότυπων ετών από κάθε κατοικήσιμο πλανήτη. Τα μέλη της φυλής θα επιβιβαστούν σε στόλο που θα παραχωρηθεί από την Ένωση και θα εκτίσουν την ποινή της εξορίας τους στο διάστημα».
Προφανώς, κατατέθηκε έφεση και προφανώς, απορρίφθηκε.
Προφανώς υπήρξαν βίαιες αντιδράσεις από την πλευρά των καταδικασθέντων και προφανώς, δεν κράτησαν για πολύ. Η ποινή εκτελέστηκε και οι Μιούχνας θα περνούσαν τις υπόλοιπες δύο χιλιετίες επιπλέοντας στο διάστημα.
Ήταν η αυστηρότερη ποινή που είχε επιβληθεί ποτέ στην ιστορία της Ένωσης. Η αλήθεια είναι όμως, πως κανείς δεν λυπήθηκε ιδιαίτερα τους εξόριστους, αφού πήγαιναν γυρεύοντας. Ίσως η μόνη λύπηση να ήταν για την χαμηλή τους νοημοσύνη. Πως είναι δυνατόν να πίστευαν πως θα έκαναν αυτά που έκαναν χωρίς να έρθει η μέρα να πληρώσουν; Βέβαια, ήταν κοινό μυστικό ανάμεσα στις φυλές, πως οι Μιούχνας επιδίωκαν να βγουν από την Ένωση. Οι φιλοσοφίες τους δεν συμβάδιζαν. Ήθελαν να ζήσουν με τον δικό τους - μοναδικό - τρόπο χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν.
Τελικά πάντως, τον πέτυχαν το στόχο τους. Έφυγαν από την ένωση. Ή καλύτερα, τους έφυγαν από την Ένωση. Το τίμημα όμως, ήταν φυσικά πολύ βαρύ. Δύο χιλιάδες πρότυπα χρόνια ήταν ένα τεράστιο χρονικό διάστημα, ειδικά για όντα με μέση διάρκεια ζωής σαν τη δική τους. Ίσως στο τέλος της εξορίας να μην είχε απομείνει κανείς και πιθανόν αυτός να ήταν και ο απώτερος σκοπός της ποινής.
Κατά τη διάρκεια των αιώνων, οι εξόριστοι λάμβαναν σποραδικά, διάφορα μηνύματα από την Ένωση, κυρίως όταν πλησίαζαν σε κάποιον κόσμο στον οποίο δεν είχαν δικαίωμα να πλησιάσουν. Λίγο πριν την ολοκλήρωση της πρώτης χιλιετίας παρόλα αυτά, τα μηνύματα έπαψαν να έρχονται, κάτι που εξήρε την περιέργεια των Μιούχνας.
Αφού επισκέφθηκαν διάφορους πλανήτες που άνηκαν σε άλλες φυλές, ήταν πλέον σίγουροι.
Είχαν όλοι τους εξαφανιστεί. Όλες οι πόλεις τους σε πλανήτες και διάστημα ήταν άδειες, ενώ δεν υπήρχε κανένα ίχνος κυκλοφορίας άλλων διαστημοπλοίων.
Είχαν μείνει μόνοι τους. Ένας ολόκληρος γαλαξίας για την πάρτη τους. Αυτό που πάντα ήθελαν δηλαδή, σύμφωνα με τους πρώην συμμάχους τους. Το τι συνέβη όμως, αν εξαφανίστηκαν από κάποια καταστροφή ή αν έφυγαν από μόνοι τους, δεν θα μαθαίνονταν ποτέ.
Έτσι, οι ελεύθεροι πια Μιούχνας, έμειναν μόνοι τους με το δίλημμά τους. Να εγκατασταθούν σε κάποιον από τους πρώην κατοικημένους πλανήτες ώστε να έχουν κάποια τεχνολογία και περισσότερες ανέσεις ή να τα αφήσουν όλα πίσω και να ξεκινήσουν από την αρχή;
«Κοίτα να δεις που τελικά η τιμωρία έπιασε τόπο», θα έλεγε κάποιος από τους δικαστές αν μάθαινε για την απόφαση που πήραν τελικά οι Μιούχνας. Ήξεραν πολύ καλά για τις πράξεις των προγόνων τους, για τις οποίες πλήρωναν τώρα και οι ίδιοι και δεν ήθελαν να ενθαρρύνουν τις πιθανότητες να τις επαναλάβουν και αυτοί στο μέλλον.
Συνεπώς, προσγειώθηκαν στον πρώτο άδειο πλανήτη που μπορούσε να υποστηρίξει τους οργανισμούς τους και ξεκίνησαν ξανά. Η μόνη τεχνολογία που είχαν ήταν τα διαστημόπλοια, προίκα της πρώην Ένωσης. Όμως και αυτά σύντομα εγκαταλείφθηκαν και με το πέρασμα των αιώνων θάφτηκαν κάτω από της ερήμους και τις θάλασσες του νέου αυτού κόσμου.
Ακόμη και χωρίς τεχνολογία όμως, η Μιούχνας τα κατάφερναν καλά. Έπιαναν τα χέρια τους. Δεν άργησε η μέρα που έχτισαν την πρώτη τους πυραμίδα.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι



Αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι

1

Το αδύναμο πορτοκαλί φως ήταν πάλι εκεί! Για τρίτη συνεχόμενη νύχτα ήταν εκεί. Και όπως τις προηγούμενες φορές, γεννιόταν λίγο πριν τη γραμμή των δέντρων και χανόταν βιαστικά μέσα σε αυτά. Ο Τζον μπορούσε να διακρίνει αυτό το “βιαστικά” ακόμη και από τόσο μακρυά, ακόμη και από τόσο ψηλά. Αυτό που δεν μπορούσε να διακρίνει από το παράθυρό του, ήταν το ποιος κρατούσε αυτό το φως. Αν ήταν άνθρωπος. Θα μπορούσε να είναι ένα μαγικό φως σαν αυτό που είδε να πέφτει μέσα στο δάσος πριν δέκα νύχτες. Γιατί εκείνο το φως ήταν σίγουρα μαγικό. Πως αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει μια λευκή φωτεινή σφαίρα που έκανε κατακόρυφη βουτιά από τον ουρανό μέσα στην καρδιά του δάσους;
Όμως δεν ήταν πολλοί οι μάρτυρες εκείνου του μυστήριου φαινομένου, παρά μόνο τα παιδιά των οποίων το δωμάτιο βρισκόταν στη βόρεια πτέρυγα και μόνο εκείνα που αντί να κοιμούνται χάζευαν τον έξω κόσμο από τα παράθυρά τους τη συγκεκριμένη μοναδική στιγμή. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν πίστεψαν λέξη από όσα ο Τζον και οι άλλοι έξι τους περιέγραψαν την επόμενη μέρα. Έτσι, κι εκείνοι σταμάτησαν αμέσως τις προσπάθειές τους, πριν οι περιγραφές τους φτάσουν στα αφτιά των μεγάλων και τα πράγματα γίνουν πιο σοβαρά.
Το δάσος είχε πλέον καταπιεί το φως που τρεμοπαίζοντας έντονα μπήκε μέσα του. Ήταν λες και το ίδιο το φως φοβόταν να συνεχίσει βαθύτερα. Όμως ο κουβαλητής του φαίνεται να είχε περισσότερο θάρρος κι έτσι το φως δεν είχε άλλη επιλογή.
Αλλά ποιος είναι; Ποιος να είναι εκεί έξω μέσα στα άγρια μεσάνυχτα; αναρωτήθηκε ο Τζον, συνεχίζοντας να κοιτάζει το τοίχος από δέντρα, το οποίο φαινόταν να λέει αυστηρά στο διπλανό λιβάδι: «Ως Εδώ!»
Στο μυαλό του ήρθαν τώρα οι δύο γείτονές του και καλύτεροί του φίλοι. Η Μαίρη και ο Λούκας. Άραγε να ήταν ξύπνιοι; Και αν ναι, έβλεπαν και αυτοί το φως να μπαίνει στο δάσος; Θα μπορούσε να περάσει κρυφά στα δωμάτιά τους και να δει, αλλά αυτό ήταν μια ενέργεια που περιείχε σημαντικό ρίσκο. Σκέφτηκε τι είχε συμβεί την προηγούμενη φορά που - έχοντας άγνοια κινδύνου - επιχείρησαν να κάνουν κρυφά βόλτες το βράδυ και η ιδέα απορρίφθηκε από μόνη της. Θα τους ρωτούσε το πρωί, δε χάθηκε και ο κόσμος. Με αυτό στο μυαλό, ξάπλωσε και κοιμήθηκε.

2

«Τι ώρα;» ρώτησε ο Λούκας, αναμιγνύοντας τα κατσαρά μαλλιά του με τα χέρια του.
«Δε ξέρω», απάντησε ο Τζον. «Γύρω στα μεσάνυχτα».
«Μπα, κοιμόμουν σίγουρα εκείνη την ώρα».
«Κι εγώ το ίδιο», είπε η Μαίρη απαντώντας στο βλέμμα του Τζον που φαινόταν να της θέτει την ίδια ερώτηση.
«Όμως και οι δύο είδατε...» Κοίταξε τριγύρω και χαμηλώνοντας την ένταση της φωνής του σε ψίθυρο συνέχισε: «Την άσπρη σφαίρα. Μπορεί να έχει να κάνει κάτι με αυτό».
«Και;» ρώτησε απορημένος ο Λούκας.
«Και...δεν ξέρω», είπε ο Τζον ξεφυσώντας. «Αλλά νιώθω ότι κάτι πρέπει να κάνουμε για αυτό. Να το εξερευνήσουμε».
«Είσαι τρελός; Δεν μπορούμε να βγούμε από εδώ μέσα».
«Την άλλη βδομάδα είναι η εκδρομή στο δάσος», παρατήρησε η Μαίρη πριν κατεβάσει χωρίς δεύτερη αναπνοή το γάλα της.
«Σωστά! Θα είναι ευκαιρία να εξερευνήσουμε. Δεν έχουμε ξαναπάει εκδρομή από τότε που συνέβη. Ίσως κάτι να έχει αλλάξει εκεί μέσα».
Σε λίγες μέρες. Αλλά ποιος περίμενε λίγες μέρες; Πως μπορείς να σταματήσεις έναν δεκάχρονο από την εξερεύνηση ενός δάσους στο οποίο εμφανίζονται μαγικά φώτα; Η απάντηση είναι μία: Δεν μπορείς!
Ειδικά όταν το ίδιο βράδυ το φως των τελευταίων τριών ημερών δεν εμφανίστηκε, ο Τζον άρχισε να ανησυχεί. Φοβόταν ότι την επόμενη εβδομάδα θα ήταν πολύ αργά. Φοβόταν πως όποια μαγεία είχε φέρει η λευκή σφαίρα στο δάσος χάνονταν μέρα με τη μέρα, και όταν θα το επισκέπτονταν θα είχε εξαφανιστεί τελείως. Ο Τζον δεν θα το άντεχε κάτι τέτοιο.
Έτσι, μετά από μία ώρα έντονης διαμάχης με τον ίδιο του τον εαυτό για το τι έπρεπε να κάνει, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιό του.

3

«Λουκ;»
Ο Λούκας σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο που διάβαζε και η ανησυχία ανέλαβε να παραμορφώσει το πρόσωπό του αναλόγως.
Αυτό το καταραμένο βιβλίο, σκέφτηκε ο Τζον. Δεν έχει βαρεθεί να το διαβάζει; Από τότε που θυμόταν τον φίλο του, πάντα διάβαζε το ίδιο άτιτλο βιβλίο.
«Τι κάνεις εδώ; Αν σε δουνε-»
«Θα βγω έξω», τον διέκοψε ο Τζον κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Στο δάσος, τώρα. Έρχεσαι;»
«Τι; Είσαι με τα καλά σου; Είπαμε την άλλη εβδομάδα στην εκδρομή».
«Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι τότε».
«Γιατί; Τι σε έπιασε;»
«Δε μπορώ να το εξηγήσω, αλλά πρέπει να πάμε το συντομότερο. Θα έρθεις;»
«Όχι, δεν θα έρθω», απάντησε ο Λούκας φανερά εκνευρισμένος. «Και ούτε εσύ θα πας. Πήγαινε δίπλα και κοιμήσου. Θα τα πούμε αύριο». Έσβησε το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι του, ξάπλωσε και χώθηκε ολόκληρος κάτω από την κουβέρτα.
«Θέλεις να έρθεις Λούκας, το βλέπω πεντακάθαρα. Αλλά φοβάσαι. Παραδέξου το».
Το κατσαρό κεφάλι του Λούκας ξετρύπωσε από τα σκεπάσματα και του απάντησε: «Ναι, το παραδέχομαι ότι φοβάμαι. Φύγε τώρα πριν έρθει κανείς».
«Τελευταία σου λέξη;»
«Κοιμόμουν ήδη όταν ήρθες. Δεν μιλήσαμε ποτέ. Τελευταία φορά που σε είδα ήταν το απόγευμα στο θερμοκήπιο».
«Εντάξει», ψιθύρισε ο Τζον στον εαυτό του και επέστρεψε στο δωμάτιό του.
Άδειασε όλα τα ρούχα από την ντουλάπα και τα στοίβαξε στο κρεβάτι, κάτω από την κουβέρτα του. Κοίταξε στο δημιούργημά του και παρατήρησε ότι ήταν υπερβολικά παχύ. Επέστρεψε μερικά στη ντουλάπα και όταν ικανοποιήθηκε από το αποτέλεσμα βγήκε ξανά από το δωμάτιο.
«Μαίρη;»
Βρήκε τη Μαίρη στο κρεβάτι της όπως και τον Λούκας, αλλά σε αντίθεση με εκείνον, το φως ήταν κλειστό και η φίλη του κοιμόταν. Μισός μέσα και μισός έξω από το δωμάτιό της, έλεγξε το διάδρομο και ξαναψυθίρισε: «Μαίρη!»
Αλλά η Μαίρη κοιμόταν και το πήρε απόφαση ότι θα πήγαινε μόνος.
Με τα παπούτσια του στο χέρι, κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.

4

Ήταν πολύ ευκολότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Εκτός από τον φύλακα στην κεντρική είσοδο, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Και με τόσα πολλά παράθυρα να υπάρχουν στο κτήριο, δεν είχε καμία δουλειά να περάσει έστω και λίγο κοντά του. Ο μόνος εχθρός που θα μπορούσε να εμφανιστεί ήταν ο αέρας, ανοίγοντας διάπλατα το παράθυρο από το οποίο ο Τζον βγήκε στο προαύλιο. Και αν κάποιος το έβλεπε, θα το έκλεινε από μέσα. Και αν κάποιος το έκλεινε από μέσα, ο Τζον καλύτερα να μην επέστρεφε ποτέ.
Το προαύλιο ήταν εξίσου έρημο με το εσωτερικό του κτηρίου, παρόλα αυτά ο Τζον έτρεξε όσο γρηγορότερα του επέτρεπαν τα κοντά του πόδια προς τον φράκτη. Κουλουριάστηκε στη βάση του και περίμενε μερικές στιγμές να πάρει ανάσες και να ελέγξει ξανά τον περίγυρο του. Παρά την ευκολία με την οποία έφτασε μέχρι εκεί, η καρδιά του έτρεχε γρηγορότερα από ποτέ. Ένιωθε αγχωμένος για κάθε τι που έκανε. Με κάθε του αναπνοή εισέπνεε αγωνία και εξέπνεε φόβο. Κάπως έτσι πρέπει να νιώθει και κάποιος την ώρα που πραγματοποιεί ένα έγκλημα.
Ο συρμάτινος φράκτης είχε το διπλάσιο ύψος από τον ίδιο, αλλά τα ρομβοειδή κενά ανάμεσα στα σύρματα τον καθιστούσαν εύκολα αναρριχίσιμο.
Προσγειώθηκε στην εξωτερική πλευρά.
Έξω. Για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά χωρίς κάποιον πάνω από το κεφάλι του που να του λέει τι πρέπει να κάνει και που επιτρέπεται να βαδίζει. Για πρώτη φορά σε ένα κόσμο χωρίς περιορισμούς. Χωρίς πέτρινα και συρμάτινα σύνορα. Η αγωνία, το άγχος, ο φόβος και οι ενοχές εξαφανίστηκαν από τον οργανισμό του. Έμειναν από την άλλη πλευρά του φράκτη. Χωρίς αμφιβολία αναμένοντας τον να επιστρέψει, ώστε να καταλάβουν ξανά το μυαλό του. Για την ώρα όμως, ήταν καθαρός.
Μερικά μέτρα παραπέρα το μισό του σώμα κρύφτηκε κάτω από τα χόρτα του λιβαδιού. Άπλωσε τα χέρια του νιώθοντας το άγγιγμα τους καθώς περπατούσε. Ήταν λες και είχε πιαστεί χέρι-χέρι με αυτό και προχωρούσαν μαζί.
Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και τα ορατά αστέρια σε αυτόν χιλιάδες. Ήταν εντυπωσιακό το πόσο φως μπορούσαν αυτά και το φεγγάρι να παράγουν μέσα στη νύχτα. Κρατούσαν το σκοτάδι σε ασφαλή απόσταση από εκείνον. Όλα αυτά όμως εκεί έξω, γιατί μέσα στο δάσος, ήταν άλλη ιστορία.
Και σαν να άκουσαν το όνομά τους, τα δέντρα εμφανίστηκαν. Αρχαία και επιβλητικά μπροστά στο ασήμαντο λιβάδι που οδηγούσε σε αυτά.
Και ανάμεσα στα δέντρα, ένα φως. Το αδύναμο πορτοκαλί φως που ο Τζον έβλεπε από το δωμάτιό του τρία βράδια τώρα. Κινούταν και τρεμόπαιζε, όπως και από μακρυά. Κινούταν προς το μέρος του.
Το αγόρι ενστικτωδώς οριζοντιοποιήθηκε λες και μόλις τον είχαν πυροβολήσει, θάβοντας τον εαυτό του μέσα στα ψηλά χόρτα. Τελικά το φως ήταν και σήμερα εκεί. Μπορεί απλά να του ξέφυγε όταν κοιτούσε από το παράθυρό του. Αλλά πως ήταν δυνατό; Αφού δεν ξεκόλλησε στιγμή το βλέμμα του από εκεί;
Σήκωσε το κεφάλι του και προσπάθησε να δει ανάμεσα στα χόρτα. Το φως ήταν ακόμη ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων, ένα μέτρο πάνω από το έδαφος. Αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο, όταν και απλά έσβησε, λίγο πριν περάσει τα όρια του δάσους.
Το φως μπορεί να έπαψε να υπάρχει, όμως όχι και αυτός που το κουβαλούσε, γιατί ο Τζον πλέον άρχισε να ακούει καθαρά και γρήγορα βήματα να κατευθύνονται προς το μέρος του. Τελικά δεν ήταν κάποιο μαγικό φως. Ήταν απλά ένας άνθρωπος, ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε. Ένας άνθρωπος, που αν δεν μετακινούταν γρήγορα από την κρυψώνα του, θα πατούσε πάνω του.
Όμως δε πρόλαβε να κουνηθεί. Το μόνο που είδε ήταν μία σκιά, κι έπειτα ένιωσε ένα παπούτσι να πατάει στο δεξί του μπράτσο. Ακολούθησαν δύο κραυγές: μία δική του και μία αυτού που μόλις είχε σωριαστεί δίπλα του. Η σωστότερα, αυτής που είχε σωριαστεί δίπλα του, γιατί η κραυγή περιείχε τις θηλυκές, υψηλές ακουστικές συχνότητες.
Πιάνοντας το χέρι του, γύρισε για να αντικρίσει έναν υπνοβάτη.
«Μαίρη; Πω-» αλλά ήταν τα μόνα που μπόρεσε να αρθρώσει.
Η Μαίρη φορούσε ένα μακρύ παλτό με μια κουκούλα να καλύπτει το καστανό της κεφάλι. Έμεινε καθισμένη στο έδαφος, έκπληκτη.
«Ήρθα στο δωμάτιό σου πριν από λίγο», είπε ο Τζον μόλις πήρε πίσω τη μιλιά του. «Κοιμόσουν!»
Η Μαίρη του έριξε ένα βλέμμα που έλεγε: σου φαίνομαι να κοιμάμαι; Και τότε ο Τζον τα κατάλαβε όλα. Δεν ήταν η Μαίρη που κοιμόταν, αλλά τα ρούχα της, όπως ακριβώς και τα δικά του.
Έπειτα, σαν να του ήρθε αναλαμπή, συνέχισε: «Ώστε εσύ ήσουν! Εδώ έξω κάθε βράδυ». Το μάτι του έπεσε πάνω στο σβησμένο φαναράκι που κείτονταν δίπλα στο κορίτσι. «Ήσουν απλά εσύ και το φαναράκι».
Η Μαίρη χαμήλωσε τα φρύδια της σε αυτό. Ο γείτονάς της φαινόταν απογοητευμένος. «Γιατί τι περίμενες να είναι;» του απάντησε.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και πέταξε ακόμη μία ερώτηση: «Γιατί είπες ψέματα τότε; Γιατί το κράτησες μυστικό;» Η Μαίρη τώρα χαμήλωσε όχι μόνο το βλέμμα της αλλά ολόκληρο το κεφάλι της προς το έδαφος. «Υποτίθεται πως είμαστε οι καλύτεροι φίλοι», επέμεινε ο Τζον. «Γιατί;»
Η Μαίρη τότε πετάχτηκε όρθια χωρίς προειδοποίηση κάτι που έκανε τον Τζον να τρομάξει. «Δεν ξέρω, εντάξει;» του φώναξε, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Δεν ξέρω».
Στάθηκε στα πόδια της με το χορταριασμένο της μάλλινο παλτό κοιτάζοντας προς το δάσος.
«Ήμουν εγωίστρια», συμπλήρωσε μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και νιώθοντας τον Τζον να πλησιάζει προς το μέρος της. «Συγγνώμη».
Εκείνος την κράτησε από τον ώμο και ένιωσε το κεφάλι της να γέρνει και να ακουμπάει στον δικό του.
«Το είδες;» την ρώτησε κι εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
«Τι είναι;»
«Έλα», είπε η Μαίρη και ξεκίνησε να περπατάει προς το δάσος.
«Περίμενε! Εσύ λείπεις ήδη αρκετή ώρα».
«Τότε ας τρέξουμε».
Και τρέξανε.

5

«Κι εγώ έτσι ήμουν έφτασα εδώ για πρώτη φορά», σχολίασε η Μαίρη βλέποντας το σαγόνι του Τζον να πέφτει. Εκείνος, πήγε να δείξει με το χέρι του προς το κέντρο του κρατήρα αλλά το μάζεψε πίσω. Προσπάθησε να πει κάτι, αλλά πήρε και τις λέξεις πίσω επίσης. Και τι να έλεγε; Αφού αυτό που έβλεπε δε μπορούσε να υπάρχει. Τουλάχιστον όχι χωρίς να το έχει μάθει όλος ο κόσμος σε ακτίνα χιλιομέτρων. Γιατί φανταζόταν, πως κατά τη δημιουργία ενός κρατήρα τέτοιου μεγέθους, η Γη θα έτρεμε, τα δέντρα γύρω από αυτόν θα είχαν καταρρεύσει και ολόκληρο το δάσος θα έπιανε φωτιά. Εδώ, δεν είχε συμβεί τίποτε από όλα αυτά. Ήταν λες και απλά τα δέντρα έκαναν λίγο χώρο ώστε να φιλοξενήσουν ανάμεσά τους οτιδήποτε ήταν αυτό που έπεσε από τον ουρανό εκείνη τη μέρα. Οπότε, τι μπορούσε να πει;
Η Μαίρη ξεκίνησε να κατεβαίνει προσεκτικά από το χείλος του κρατήρα και ο Τζον ακολούθησε. «Πρόσεχε!» πρόσταξε η Μαίρη αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη λέξη, η ίδια ήταν εκείνη που γλίστρησε, χτυπώντας με τη πλάτη στην πλαγιά. Το φαναράκι που κρατούσε πέταξε από τα χέρια της, και διαγράφοντας μία ανοιχτή καμπύλη τροχιά προσγειώθηκε κοντά στο κέντρο του κρατήρα. Φυσικά, έγινε κομμάτια.
«Είσαι καλά;» φώναξε το αγόρι και τσούλησε προς το μέρος της.
«Ναι, αλλά το φανάρι έσπασε. Τι θα κάνουμε τώρα;»
«Ας πάμε κοντά στο φως».
Πλησίασαν προς το κέντρο, προς το φωσφορίζον βράχο που ήρθε από το διάστημα. Το μέγεθός του ήταν περίπου όσο ενός κλασσικού βαρελιού, αλλά το σχήμα του ακανόνιστο και ασύμμετρο. Εξέπεμπε ένα ανοιχτό βιολετί χρώμα, το οποίο τώρα είχε περιβάλλει τα δύο παιδιά. Είναι πανέμορφο, επαναλάμβαναν συνεχώς και ταυτόχρονα τα μυαλά τους.
Ο Τζον πλησίασε και έσκυψε μπροστά μπροστά από το βράχο. Γύρισε και κοίταξε τη φίλη του. «Τον άγγιξες;»
«Ναι. Μη φοβάσαι, δεν έγινε τίποτα».
Και πράγματι. Μπορεί σαν θέαμα να ήταν όντως εξωγήινο, αλλά στο άγγιγμα έμοιαζε με ένα βράχο σαν όλους τους άλλους. «Είδες κάτι διαφορετικό τις προηγούμενες φορές που ήρθες;» είπε ο Τζον και σηκώθηκε πάλι όρθιος.
«Όχι, τίποτα. Φαίνεται απλά σαν ένα βράχο που βγάζει φως. Αν και είμαι σίγουρη πως δεν είναι μόνο αυτό».
Φυσικά και δεν είναι μόνο αυτό, συμφώνησε νοητά ο Τζον.
«Πρέπει να γυρίσουμε πίσω τώρα. Δε μπορούμε να το ρισκάρουμε άλλο», είπε η Μαίρη.
«Εντάξει. Αλλά χάσαμε το φως. Μέσα στο δάσος είναι θεοσκότεινα. Χρειαζόμαστε φως».
Το δευτερόλεπτο που ο Τζον έβαζε τελεία στην φράση του, το αίμα και των δύο πάγωσε, γιατί ένα φαναράκι εμφανίστηκε μπροστά από το βράχο. Δεν ήταν το σπασμένο, εκείνο κείτονταν κομματιασμένο λίγα μέτρα παραπέρα. Ήταν ένα καινούριο. Ένα καινούριο που δεν υπήρχε τη προηγούμενη χρονική στιγμή. Ένα καινούριο που υλοποιήθηκε από το τίποτα. Από αέρα κοπανιστό.
Τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν με την ίδια απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους: Τι συνέβη μόλις τώρα;
Η Μαίρη πλησίασε διστακτικά και με αργές κινήσεις άπλωσε το χέρι της προς το φανάρι, σαν να ετοιμαζόταν να χαϊδέψει ένα άγριο θηρίο. Ο Τζον δίπλα της έβλεπε μέσα στο μυαλό του το χέρι της Μαίρης να περνάει μέσα από το φανάρι, σαν να ήταν μία οφθαλμαπάτη.
Όμως τελικά ήταν αληθινό, και η Μαίρη το κράτησε στα χέρια της. Κοίταξε σε αυτό κι έπειτα στο βράχο. Χωρίς να μετακινήσει το βλέμμα της είπε: «Είπες ότι χρειαζόμαστε φως, και τότε εμφανίστηκε το φαναράκι».
«Ναι. Και;»
«Χρειάζομαι ένα αυτοκίνητο!» φώναξε η Μαίρη απευθυνόμενη στο βράχο. Όμως τίποτα δε συνέβη.
«Τι; Νομίζεις ότι πραγματοποιεί ευχές;» είπε ο Τζον χαμογελώντας. Έπειτα γύρισε και έκανε τη δική του: «Χρειάζομαι λεφτά!»
Τίποτα.
«Χρειάζομαι ένα σκύλο!»
«Χρειάζομαι καινούρια παπούτσια!»
«Χρειάζομαι ένα μπολ με παγωτό φράουλα!»
«Χρειάζομαι καινούρια παιχνίδια!»
Όμως ο βράχος δεν αποκρίθηκε σε κανέναν από τους δύο, απογοητεύοντας τους ελαφρώς.
Ο Τζον ετοιμαζόταν να πει κάτι καινούριο, ίσως μια νέα ευχή, αλλά η Μαίρη τον διέκοψε απότομα με τη φωνή της. «Περίμενε!» είπε. Άφησε το φανάρι στο έδαφος και του έδειξε τα χέρια της. «Τι βλέπεις;»
«Τις...παλάμες σου;»
«Ναι, αλλά τι έχουν;»
«Είναι κόκκινες. Α! Έχουν παγώσει από το κρύο».
«Ακριβώς», είπε η Μαίρη και γύρισε ξανά προς το βράχο. «Χρειάζομαι γάντια!»
Και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Όπως κι ένα λεπτό νωρίτερα, ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια εμφανίστηκε στα πόδια της ως δια μαγείας. Με ένα πλατύ χαμόγελο, έσκυψε, τα σήκωσε και τα φόρεσε.
«Τώρα κατάλαβα», είπε ο Τζον. «Σου δίνει μόνο αυτά που πραγματικά χρειάζεσαι. Απίστευτο!»
«Σωστά, αλλά τώρα αυτό που πρέπει πραγματικά να κάνουμε είναι να γυρίσουμε πίσω».
«Έχεις δίκιο, πάμε. Αλλά θα ξανάρθουμε αύριο οπωσδήποτε».
Μετά από δύο βήματα όμως ο Τζον γύρισε απότομα προς την άλλη πλευρά. «Χρειαζόμαστε να γυρίσουμε στα δωμάτιά μας αμέσως!» φώναξε και άκουσε τη Μαίρη να βάζει τα γέλια.
«Έπρεπε να το δοκιμάσω» είπε εκείνος. «Αλλά για κάτσε μισό λεπτό. Αυτό δεν χρειαζόμαστε πραγματικά αυτή τη στιγμή; Να γυρίσουμε γρήγορα πίσω;»
Η Μαίρη φάνηκε να το σκέφτεται σοβαρά για μια στιγμή, αλλά τελικά το μόνο που έκανε ήταν να σηκώσει τους ώμους της.

6

Όπως το περίμενε, μόλις πήδηξαν το φράκτη και πέρασαν από την μέσα πλευρά του, η αγωνία, το άγχος και ο φόβος μπήκαν ξανά μέσα του. Τον περίμεναν υπομονετικά. Δεν πήγαν πουθενά. Ήταν λες και αποτελούσαν μία προέκταση του ίδιου του φράκτη. Χτίσε τοίχους, φράκτες και σύνορα και θα έχεις χτίσει το φόβο στα μυαλά των ανθρώπων, γιατί όλα αυτά φαίνεται να πηγαίνουν πακέτο. Γκρέμισε τα ή πήδα τα και θα νιώσεις ελεύθερος. Όπως ο Τζον εκείνο το βράδυ και όπως η Μαίρη τα τέσσερα τελευταία.

7

Μόλις ξύπνησε (νωρίτερα από το κουδούνι), η Μαίρη άκουσε ομιλίες από έξω και πήγε στο παράθυρό της να κοιτάξει. Ήταν ένα αυτοκίνητο και γύρω από αυτό καμιά δεκαριά άτομα. Ανάμεσά τους κι ένα παιδί, από τα μικρότερα εκεί μέσα. Το ήξερε μόνο εξ' όψεως. Ήταν η τυχερή του μέρα. Μια μέρα σαν αυτές που η Μαίρη ονειρευόταν κάθε βράδυ πριν την πάρει ο ύπνος, αλλά μια μέρα που ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα ερχόταν ποτέ για εκείνη. Είχε φτάσει ήδη στα δέκα της. Δεν είχε καμία τύχη.
Τύχη! σκέφτηκε και ένιωσε τον θυμό να αποστέλλεται σε κάθε σημείο του σώματός της με κάθε χτύπο της καρδιάς της. Βέβαια, πρέπει να είσαι τυχερός. Πρέπει να είσαι τυχερός για να έχεις οικογένεια. Πρέπει να είσαι τυχερός για να μην πεινάς. Πρέπει να είσαι τυχερός για να έχεις δουλειά. Πρέπει να είσαι τυχερός για να ζεις και όχι να επιζείς. Τυχερός! Και η Μαίρη εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκε αν ζούσε σε ένα πραγματικό ανθρώπινο κόσμο ή ένα μεγάλο καζίνο, σαν αυτά που είχε δει μια φορά στη τηλεόραση.
Όμως πόσο απείχε από την πραγματικότητα η σκέψη της; Μήπως είχε δίκιο τελικά; Μήπως ο κόσμος, η ζωή, δεν είναι ένα τεράστιο καζίνο; Γεμάτο αγνώστους και διάφορα παιχνίδια. Και το μόνο μετράει για το πως θα επιζήσεις μέσα σε αυτό, είναι το ύψος της στοίβας με τις μάρκες σου.
Αποφάσισαν να μην πουν τίποτα σε κανέναν, για την ώρα τουλάχιστον.
Η προγραμματισμένη εκδρομή αναβλήθηκε λόγω κακοκαιρίας, αλλά αυτό δεν τους πτόησε καθόλου. Έτσι κι αλλιώς, αποδείχθηκε πολύ εύκολο να το σκάνε και να πηγαίνουν μόνοι τους. Τόσο εύκολο, που ένιωθαν ότι εξίσου εύκολα κάποια μέρα θα τους πιάσουν.
Οι επισκέψεις στο διαστημικό βράχο γίνονταν μέρα παρά μέρα για να μειωθεί το όποιο ρίσκο. Κάθονταν απλά μπροστά του και χάζευαν το όμορφο και απόκοσμο χρώμα του. Πότε πότε, κατάφερναν να τον κάνουν να τους χαρίσει κάποια αντικείμενα. Ένα παλτό, μια ομπρέλα όταν μια νύχτα έπιασε ξαφνική μπόρα, ένα κομμάτι ψωμί τη μέρα που όλα τα παιδιά ήταν τιμωρημένα.
Μια μέρα από τις ενδιάμεσες όμως, η Μαίρη, παραβιάζοντας τη συμφωνία, πήγε μόνη της.
Λουσμένη από το βιολετί φως κάθισε στο έδαφος δίπλα στο βράχο, ακούμπησε το κεφάλι της στη σκληρή του επιφάνεια και έκλεισε τα μάτια της. Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν και τα μάτια της να παράγουν δάκρυα.
Προσπάθησε να μιλήσει: «Χ- Χρει-» αλλά το κλάμα δεν της επέτρεπε να αρθρώσει τις λέξεις.
Όταν ένα λεπτό αργότερα η ένταση των λυγμών είχε μειωθεί, και όταν άνοιξε τα μάτια της, για μία ελαχίστης διάρκειας στιγμή, ο κόσμος γύρω της είχε εξαφανιστεί. Τα δέντρα, ο κρατήρας, η νύχτα. Όλα είχαν χαθεί, εκτός από το βράχο. Όμως και αυτός ήταν διαφορετικός. Το φως που εξέπεμπε ήταν ένα απαλό γαλάζιο, σχεδόν άσπρο. Από τον υπόλοιπό κόσμο γύρω της, πρόλαβε να δει ότι βρισκόταν σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Πρόλαβε να δει ένα βουνό στον ορίζοντα, το οποίο έφτανε σε ύψη όμοιά του οποίου δεν είχε δει ή φανταστεί ποτέ της. Και κάτι τελευταίο, ακόμη πιο παράξενο. Στον ουρανό, πάνω από το βουνό, έλαμπαν δύο ήλιοι.
Όλα αυτά δεν διήρκεσαν παρά μόνο ένα μικρό κλάσμα αυτού που οι άνθρωποι ονομάζουν δευτερόλεπτο. Αλλά κλάσμα ή όχι, η Μαίρη ήταν σίγουρη για αυτό που είδε. Και όντας σίγουρη, στάθηκε στα πόδια της και έτρεξε γρηγορότερα από ποτέ.

8

Το επόμενο απόγευμα, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης ώρας τους, η Μαίρη στεκόταν στο κατώφλι του δωματίου της, περιμένοντας. Όταν είδε τον Τζον να εμφανίζεται στο διάδρομο, του έκανε νόημα και πέρασε στο δωμάτιο.
«Σήμερα είναι μέρα για το δάσος ε;» είπε εκείνος ενθουσιασμένος, αλλά χαμηλόφωνα. «Σκέφτηκα κάτι καινούριο που μπορούμε να πούμε...» Όμως η παγομάρα και η αδιαφορία της Μαίρης για τα λόγια του τον έκαναν να σταματήσει. Σε ανήσυχο τόνο αυτή τη φορά είπε: «Τι συνέβη; Φαίνεσαι περίεργη σήμερα. Και από το πρωί δεν έχεις μιλήσει σχεδόν καθόλου».
Η Μαίρη περπάτησε ως το κρεβάτι της και κάθισε στο σκληρό του στρώμα. «Θα σου πω, αλλά θα με περάσεις για τρελή».
«Όχι, ποτέ», απάντησε κατηγορηματικά εκείνος και κάθισε δίπλα της. Παρατήρησε το πρόσωπό της. Από κοντά φαινόταν ακόμη πιο διαφορετική σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες. Σε σχέση με χθες. Ήταν λες και είχε δει κάποιο φάντασμα το προηγούμενο βράδυ. Και μόλις σκέφτηκε τη λέξη “βράδυ”, όλα στο μυαλό του ξεδιάλυναν. Μόνο ένα πράγμα μπορούσε να της είχε συμβεί. «Πήγες έξω το βράδυ μόνη σου, έτσι δεν είναι;» Σε αντίθεση με τη πρώτη μέρα στο λιβάδι, αυτή τη φορά δεν της το είπε με σκοπό να την μαλώσει.
«Ναι».
«Και έγινε κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά, σωστά;»
«Ναι».
«Τι συνέβη, Μαίρη;»
«Κλείσε την πόρτα».

9

Ο Τζον είχε δίκιο μπαίνοντας στο δωμάτιο της Μαίρης. Ήταν πράγματι μέρα για το δάσος. Αυτό που δεν ήξερε όταν έκανε αυτή τη δήλωση, ήταν πως πιθανότατα να ήταν η τελευταία μέρα στο δάσος.
Η Μαίρη στεκόταν δίπλα του κρατώντας το χέρι του. Ο βράχος μπροστά τους γεννούσε ακούραστα από κάποια άγνωστη και αόρατη πηγή το βιολετί του φως, βάφοντας με αυτό τα πρόσωπα των παιδιών.
«Κι αν ο Λούκας δε βρει το σημείωμα;» είπε η Μαίρη.
«Θα το βρει. Το έβαλα στο βιβλίο του. Ξέρεις, αυτό που διαβάζει από τότε που γεννήθηκε».
Η Μαίρη γέλασε με αυτό. Είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα. Ήταν αισιόδοξη. Ένα συναίσθημα που γνώρισε για πρώτη φορά μόλις λίγα λεπτά νωρίτερα και δεν ήθελε να το αποχωριστεί ποτέ της.
Ο Τζον πήρε ξανά το λόγο: «Ίσως όμως έπρεπε να έρθουμε όλοι σήμερα. Μια κι έξω».
«Κι αν δε συμβεί τίποτα; Σου είπα, δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για τίποτα. Πως θα γυρνούσαμε πίσω μετά, τόσα πολλά παιδιά; Δεν υπήρχε περίπτωση να μη μας πάρουν χαμπάρι».
«Ναι, αλλά, μετά οι άλλοι μπορεί να μην τα καταφέρουν. Μπορεί να αρχίσουν να κλειδώνουν τις πόρτες και τα παράθυρα».
«Δε νομίζω να το κάνουν αυτό. Είναι τόσο ηλίθιοι, που θα μείνουν στην ίδια τακτική που ακολουθούσαν μέχρι τώρα».
«Και ποια είναι αυτή;»
«Οι αυστηροί τους κανόνες. Ο φόβος που μας επιβάλουν. Το είδες και μόνος σου, πόσο εύκολα το σκάγαμε τα βράδια. Δεν ήταν κανείς να μας εμποδίσει. Εμείς οι ίδιοι εμποδίζαμε τον εαυτό μας. Φύτεψαν το φόβο μέσα στα μυαλά μας και μας έκαναν να τρέμουμε να βγούμε από τα δωμάτιά μας. Δεν υπήρχαν φύλακες να κάνουν περιπολίες στους διαδρόμους. Δεν χρειαζόταν να κάνουν κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που τους είχαν βάλει μέσα στα κεφάλια μας. Είμαι σίγουρη πως τα παιδιά θα τα καταφέρουν. Θα βρουν τρόπο για να μας ακολουθήσουν».
Ο Τζον έμεινε σιωπηλός, ελπίζοντας η Μαίρη να είχε δίκιο.
«Έτοιμος;» ρώτησε το κορίτσι.
«Έτοιμος», αποκρίθηκε το αγόρι.
Και με μια φωνή δήλωσαν προς το βράχο που έπεσε από το διάστημα: «Χρειαζόμαστε ένα σπίτι».

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

112 Λεπτά Μετά


112 Λεπτά Μετά

Στις 4 Αυγούστου του 2036 έλαβε χώρα το πιο αλλόκοτο και παρανοϊκό φαινόμενο στην καταγεγραμμένη ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν γνωρίζω εάν ο αριθμός αυτών που τρελάθηκαν ή αυτοκτόνησαν ή πνίγηκαν ως αποτέλεσμα αυτού, βρίσκεται στην κλίμακα των χιλιάδων ή των εκατομμυρίων. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα, είναι πως ο αριθμός θα πολλαπλασιαζόταν, αν όλος ο κόσμος έβλεπε αυτό που είδα εγώ στο τέλος.
    Πέρα από την παράνοια και τον θάνατο, εκείνη την ημέρα, πολλές θρησκείες καταργήθηκαν και νέες γεννήθηκαν, ενώ όσοι επιστήμονες δεν έσκισαν τα πτυχία τους, προσπάθησαν – μάταια έως τώρα – να χωρέσουν στις εξισώσεις και τις θεωρίες τους αυτό που συνέβη. Σχεδόν ολόκληρη η κοσμοθεωρία που είχε θεμελιωθεί με το πέρασμα τον αιώνων, βούλιαξε σαν τρύπια βάρκα στον ωκεανό των νέων, τρελών δεδομένων.
    Το φαινόμενο είχε διάρκεια 112 λεπτών και ήταν ορατό σε Ευρώπη, Αφρική και το μεγαλύτερο μέρος της Ασίας. Είτε 112 λεπτά όμως, είτε 112 δευτερόλεπτα, θαρρώ πως το αποτέλεσμα θα ήταν παρόμοιο. Βρισκόμουν στο σπίτι μου, στα βορειοανατολικά προάστια του Βόλου όταν συνέβη. Ήταν δύο μετά τα μεσάνυχτα. H γυναίκα μου με την κόρη μου κοιμόντουσαν και δεν είδαν τίποτα, κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμον.
    Αρχικά, πιο πολύ ένιωσα, παρά είδα, ένα έντονο λευκό φως να μπαίνει από το παράθυρο. Νόμισα πως κάποιος γείτονας άνοιξε ένα δυνατό προβολέα για λόγους άγνωστους σε εμένα, και βγήκα στο μπαλκόνι ώστε να ικανοποιήσω την περιέργειά μου.
    Λέγεται ότι η διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό κι έναν κακό συγγραφέα, είναι ότι ο πρώτος θα βρει τις λέξεις για να περιγράψει το απερίγραπτο. Εκείνο το βράδυ όμως, δε νομίζω ότι ήταν δυνατό να βρεθεί κάποιος τόσο καλός, ώστε να περιγράψει, όχι αυτό που έβλεπα, το οποίο όσο τρελό και αν ήταν, η παρουσία του ήταν συγκεκριμένη και αδιαπραγμάτευτη, αλλά αυτά που αισθάνθηκα για 112 λεπτά, με αποκορύφωμα το παρανοϊκό φινάλε.
    Θεωρούσα πως ό,τι ομορφότερο είχα αντικρίσει ποτέ μου, ήταν το ύψους ογδόντα – τότε – εκατοστών πλάσμα που είχε έρθει στη ζωή μου δύο χρόνια πριν το συμβάν. Παρόλα αυτά, οφείλω να παραδεχθώ, με μια δόση ντροπής είναι η αλήθεια, ότι αυτό που αντίκρισα εκείνη τη νύχτα ήταν εξίσου – αν όχι περισσότερο – εκθαμβωτικό, άσχετα με τα όσα δεινά έφερε στον κόσμο.
    Μόλις έκανα το πρώτο μου βήμα στο μπαλκόνι, το σώμα μου και το μυαλό μου παρέλυσαν για άγνωστο χρονικό διάστημα, αφού αυτό που έβλεπα δεν ήταν δυνατό να υφίσταται σύμφωνα με τους κανόνες της φύσης και της λογικής που ήταν γνωστοί έως τότε. Νομίζω ότι άκουσα κραυγές γύρω μου, αλλά δεν έδωσα σημασία. Δεν ξέρω πόσα λεπτά ξόδεψα κοκαλωμένος εκεί. Τα μάτια μου συνέχιζαν να μεταδίδουν την ίδια εικόνα, μέχρι τελικά να καταφέρουν να πείσουν τον εγκέφαλο μου για την αυθεντικότητά της, σπάζοντας έτσι την παράλυση.
    Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως ήρθε το τέλος του κόσμου και ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέθαινα, μια σκέψη που έστειλε ένα ρίγος να διαπεράσει το σώμα μου. Όμως δεν πέθανα. Αντί αυτού, κάθισα στα κρύα πλακάκια κοιτάζοντας στον ουρανό. Όσοι δεν έτρεξαν πανικόβλητοι και όσοι δεν πήδηξαν από τα παράθυρά τους, έπραξαν το ίδιο. Έπειτα, θεώρησα πως κάποια αόρατη δύναμη, κάποιος Θεός, είχε σπρώξει το φεγγάρι, φέρνοντας το δίπλα στη Γη. Αλλά και σε αυτό ήμουν λάθος, γιατί σε μια γωνιά του ουρανού μπορούσα να ξεχωρίσω την μικρή, ασήμαντη, βαρετή και γνωστή σε όλους σελήνη.
    Ο πλανήτης ο οποίος επίταξε τον μισό ουρανό εκείνη τη νύχτα δεν ήταν η σελήνη. Είχε το μεγαλύτερο μέρος της γκρίζας, βραχώδης επιφάνειάς του στο φως, αφήνοντας ένα λεπτό μισοφέγγαρο στο απόλυτο σκοτάδι. Η ποσότητα του φωτός που αντανακλούσε ήταν τόσο μεγάλη, που μετέτρεψε την νύχτα σε μέρα. Το μέγεθος αυτού του ουράνιου σώματος ήταν τερατώδες και σχεδόν γέμιζε ολόκληρο το οπτικό μου πεδίο. Ήθελα να τραβήξω το βλέμμα μου από εκεί, αλλά ήταν αδύνατο, και τότε ήταν που ο τρόμος με πλημμύρισε, νου και σώμα. Ένιωσα πως αν δεν κατάφερνα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τον ουρανό θα κατέληγα στην τρέλα, όπως τόσοι άλλοι.
    Όπως ανέφερα, η επιφάνεια ήταν βραχώδης, θυμίζοντας έντονα τη σελήνη, με τους τεράστιους κρατήρες και τα αγνώστου βάθους φαράγγια να αποκαλύπτουν ένα τραυματικό παρελθόν γεμάτο συγκρούσεις. Εκ πρώτης όψεως, δεν φαινόταν να υπήρχε κάποιο ίχνος ζωής ή πολιτισμού, αν και αυτή δεν είναι παρά μια εικασία. Μετά από εκείνη τη νύχτα, έγινα υποστηρικτής του δόγματος, “όλα είναι δυνατά.” Ο τρόμος και η απειλή που ένιωσα, πήγαζαν κυρίως από το μέγεθος του όλου σκηνικού και την σκοτεινή πλευρά του πλανήτη. Μου είναι δύσκολο να μεταφέρω την κλίμακα των πραγμάτων. Αν η σελήνη αντιστοιχούσε σε μία φακή, τότε αυτός ο μυστηριώδης πλανήτης θα ήταν μία μπάλα του μπάσκετ. Όσο για την αφώτιστη πλευρά του η οποία μου πάγωνε το αίμα, αν ο χάρος είχε κάποιο λημέρι, τότε σίγουρα θα ήταν κάπως έτσι. Η μαυρίλα αυτού του μισοφέγγαρου ήταν τρομακτικά απόλυτη και τίποτα καλό δεν μπορούσα να βρίσκεται μέσα σε αυτήν. Αυτό ήταν και το μέρος στο οποίο ταξίδευα στους εφιάλτες που ακολούθησαν αργότερα.
    Τα όποια σενάρια ότι όλο αυτό ήταν απλά μια τεράστια και κακόγουστη φάρσα καταρρίφθηκαν άμεσα από τον ίδιο τον πλανήτη και τις αγνώστου μεγέθους ελκτικές δυνάμεις που άσκησε στην Γη, κάνοντας ακόμη και τις θάλασσες να τρελαθούν. Σχετικά με αυτό, νομίζω ότι αρκεί να αναφέρω πως όλες οι παραθαλάσσιες πόλεις της Μεσογείου, είτε πλημμύρισαν, είτε βυθίστηκαν εξολοκλήρου κάτω από την επιφάνεια του νερού και χιλιάδες άνθρωποι πνίγηκαν στον ύπνο τους.
    Το σώμα μου δεν σταμάτησε στιγμή να τρέμει κατά τη διάρκεια εκείνων των 112 λεπτών. Το μέγεθος του τρόμου μου μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την μάζα αυτού του...πράγματος εκεί πάνω. Ακόμη και σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, αποφεύγω να σηκώσω τα μάτια μου στον ουρανό. Τρέμω στην ιδέα ότι θα το ξαναδώ να στέκεται εκεί, με τους σκοτεινούς του κρατήρες να μοιάζουν με γιγαντιαία, άψυχα μάτια που κατασκοπεύουν τη Γη και την αφώτιστη πλευρά του να κρύβει πλάσματα βγαλμένα από τους χειρότερους εφιάλτες του ανθρώπινου μυαλού. Πιο πολύ απ' όλα όμως, τρέμω ότι θα ξαναδώ αυτό που αντίκρισα λίγο πριν ο πλανήτης εξαφανιστεί, αυτό που με έκανε να βγάλω μια κραυγή που κόντεψε να με πνίξει και να σφραγίσω το στόμα μου με την παλάμη μου σε μια μάταιη προσπάθεια να αποφύγω τον εμετό. Δεν θα αρνηθώ επίσης, ότι η παρόρμηση που ένιωσα για να πηδήξω από το μπαλκόνι ήταν κάτι παραπάνω από έντονη.
    Σύμφωνα με τον υπόλοιπο κόσμο, κάποια στιγμή, ο πλανήτης απλά έπαψε να υπάρχει στον ουρανό. Δεν μπορούσα παρά να ενστερνιστώ κι εγώ αυτήν την άποψη. Άλλωστε, αυτό που είδα ξεπερνούσε κατά πολύ τα ήδη ξεπερασμένα όρια της λογικής, όποτε θεώρησα ότι απλά το φαντάστηκα μέσα στο πανδαιμόνιο της στιγμής. Δεν πέρασαν πολλές μέρες όμως, όταν διάβασα την μαρτυρία ενός ψαρά από την Εσθονία, ο οποίος υποστήριζε ότι είδε το ίδιο πράγμα με εμένα. Δεν μπορούσε ναείναι σύμπτωση, αφού η περιγραφή του ταίριαζε απόλυτα με την δική μου και αποκλείεται δύο ξεχωριστά μυαλά να φαντάστηκαν το ίδιο – συγκεκριμένο –  πράγμα. Φυσικά, όλοι τον πέρασαν για τρελό, αλλά όχι εγώ. Εκείνη τη μέρα σιγουρεύτηκα πως αυτό που αντίκρισα δεν ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου.
    Τότε ξεκίνησε μια πραγματικά άσχημη περίοδος για μένα. Πρώτα ήρθαν οι εφιάλτες. Σχεδόν κάθε βράδυ, βλέπω πως στέκομαι στο μπαλκόνι, λουσμένος με το φως του κολοσσιαίου πλανήτη. Σιγά-σιγά αρχίζω να αιωρούμαι και συνειδητοποιώ ότι ο πλανήτης είναι αυτός ο οποίος με τραβάει με την ανυπολόγιστη μάζα του. Βλέπω την Γη να απομακρύνεται κάτω από τα πόδια μου χωρίς να μπορώ να αντιδράσω και η αίσθηση του καψίματος καθώς βγαίνω από την ατμόσφαιρα μοιάζει
ανατριχιαστικά αληθινή. Όσο πλησιάζω προς την σκοτεινή πλευρά, τόσο αυξάνει και η ταχύτητα της πτήσης μου προς το άγνωστο και το εξωγήινο, και σύμφωνα με το ένστικτο μου, προς το θάνατο. Το όνειρο – και ο ύπνος μου – διακόπτονται βίαια λίγο πριν χτυπήσω στην επιφάνεια.
    Οι εφιάλτες δεν ήταν το χειρότερο. Μόλις ενημερώθηκα για την μαρτυρία του ψαρά, άρχισα να αμφισβητώ τα πάντα σχετικά με την ύπαρξη του ανθρώπου, της ζωής, και του κόσμου ολάκερου. Πίστευα πως όλα ήταν ένα πείραμα ή κάποιο παιχνίδι οντοτήτων που υπάρχουν στο σύμπαν και για τις οποίες δεν έχουμε την παραμικρή γνώση, ότι οι ζωές μας είναι ψεύτικες.
    Ξόδεψα τα τρία εκείνα χρόνια σε έναν αφελή αγώνα αναζήτησης της αλήθειας. Ήθελα να μάθω τι κρυβόταν πίσω από όλα αυτά γιατί αλλιώς ένιωθα ότι θα τρελαινόμουν. Έψαξα απεγνωσμένα για ανθρώπους που δήλωναν ότι είχαν δει το ίδιο με εμένα, αλλά δεν ήμουν τυχερός. Οι δύο πρώτοι που βρήκα είχαν αυτοκτονήσει και ο τρίτος βρισκόταν κλεισμένος σε ψυχιατρική κλινική. Ο τέταρτος και τελευταίος, ήταν ένας καθηγητής ανθρωπολογίας στην Ουαλία, η νοητική κατάστασή του οποίου ήταν φυσιολογική και κατάφερα να επικοινωνήσω μαζί του. Προσπάθησα να τον πείσω πως έπρεπε να πούμε στον κόσμο αυτό που είδαμε, αλλά εκείνος δεν ήθελε καμία ανάμειξη. Μου τόνισε ότι δεν ήθελε να καταλήξει σε τρελάδικο και με συμβούλεψε να αφήσω το θέμα στην ησυχία του γιατί δεν θα μου έβγαινε σε καλό. Όμως εγώ δεν μπορούσα να το αφήσω. Έπρεπε να μάθω την αλήθεια.
    Τους επόμενους μήνες είχα έρθει σε αδιέξοδο, αφού δεν μπορούσα να βρω κανένα καινούριο στοιχείο ή μαρτυρία. Οι αναμνήσεις μου από αυτή τη περίοδο είναι ασαφής και θολές, αλλά είμαι σίγουρος ότι συμπεριφερόμουν σαν ναρκομανής που δεν μπορεί να βρει την επόμενη δόση του.
    Ένα βράδυ, είδα ένα μικρό κορίτσι να στέκεται στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τον ουρανό. Στάθηκα δίπλα της με τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά της και την ρώτησα τι ήταν αυτό που ατένιζε τόσο επίμονα. Εκείνη, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της μου είπε: “Απλά τα αστέρια.” Ήταν η στιγμή που έκλαψα όσο ποτέ πριν στη ζωή μου. Την κοίταζα και σκεφτόμουν, ένιωθα σίγουρος, ότι δεν μπορούσε αυτό το πανέμορφο πλάσμα να είναι ψεύτικο. Ήταν αδύνατο. Πως μπόρεσα να κάνω τέτοιες βλάσφημες σκέψεις; Το μεγαλύτερο χτύπημα ήρθε όταν συνειδητοποίησα πως μόλις την πρωτοαντίκρυσα στο μπαλκόνι, για κάποια δευτερόλεπτα, δεν την αναγνώρισα. Δεν ήξερα ποια ήταν. Στεκόμουν ακίνητος, σαν να έχω μπροστά μου έναν, έστω ακίνδυνο, εισβολέα. Έναν πεντάχρονο εισβολέα. Πεντάχρονο; Πότε είχε συμβεί αυτό;
    Από το επόμενο πρωινό, οι έτσι κι αλλιώς καταδικασμένες σε αποτυχία έρευνές μου ήταν παρελθόν. Ο καθηγητής είχε δίκιο. Μόνο κακό θα έκανα στον εαυτό μου και στους γύρω μου. Έτσι, μετά από ένα διάλειμμα τριών ετών, η οικογένειά μου έγινε ξανά το μόνο πράγμα που είχε σημασία στη ζωή μου.
    Οι εφιάλτες έχουν πλέον μειωθεί, αν και δεν πιστεύω ότι θα σταματήσουν ποτέ, όπως ποτέ δεν θα σβήσει και ο φόβος μου για τον νυχτερινό ουρανό. Από τότε δεν έχω  καταφέρει να σηκώσω το βλέμμα μου προς τα εκεί μετά τη δύση του ηλίου και ούτε φαντάζομαι να τα καταφέρνω ποτέ. Υποθέτω όμως, πως θα μπορέσω να ζήσω με αυτά.
    Το ότι σταμάτησα να ερευνώ, δεν σημαίνει ότι έπαψα να πιστεύω στην παρουσία άλλων πολιτισμών ή οντοτήτων εκεί έξω. Για αυτό είμαι σίγουρος. Υπάρχουν “πράγματα” στο σύμπαν, ίσως ακόμη και στην γειτονιά μας, ίσως ακόμη και στο ίδιο μας το σπίτι, για τα οποία δεν έχουμε καμία γνώση και ίσως να μην αποκτήσουμε και ποτέ. Ίσως το ανθρώπινο μυαλό, όσο θαυμαστό κι αν θεωρείται σε γήινο επίπεδο, στο επίπεδο του σύμπαντος να είναι τόσο μικρό και περιορισμένο, που απλά αδυνατεί να τα αντιληφθεί.
    Πιστεύω πως εκείνη τη μέρα όλη η ανθρωπότητα ένιωσε το πόσο ασήμαντη και εύθραυστη είναι μπροστά στην απειροσύνη του άγνωστου σύμπαντος. Όλοι θα ένιωσαν λίγο σαν τα μυρμήγκια που ζουν μέσα σε έναν κόσμο γιγαντιαίων δίποδων και τετράποδων. Οι γίγαντες αγνοούν την ύπαρξη των πρώτων, και αρκεί ένα βήμα στο λάθος σημείο ώστε να καταστρέψουν έναν μικρόκοσμο αόρατο σε αυτούς. Το ίδιο πιστεύω ότι συνέβη και σε εμάς εκείνη τη μέρα. Κάποιος γίγαντας, πάτησε κατά λάθος στην ασήμαντη μυρμηγκοφωλιά μας, αν και για καλή μας τύχη δεν την κατέστρεψε τελείως.
    Τελικά, μπορεί όλο αυτό να ήταν και για καλό. Είναι νωρίς ακόμη για να βγούνε συμπεράσματα, αλλά μπορεί τώρα οι άνθρωποι να κατανοήσουν το πόσο αξιοθρήνητα λίγος είναι ο χρόνος ζωής, τόσο ενός μεμονωμένου ατόμου, όσο και ολόκληρου του είδους. Αυτό με τη σειρά του, μπορεί να τους κάνει να καταλάβουν το πόσο λανθασμένα έχει εξελιχθεί η κοινωνία τους και το πόσο ηλίθιοι είναι που επιτρέπουν τον εαυτό τους να κυβερνάται από κομμάτια χαρτί. Μα πόσο ηλίθιο μπορεί να είναι το εξυπνότερο ον αυτού του πλανήτη; Δεν περνάει ώρα που να μην κάνω αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου τελευταία.
    Παρέλειψα να αναφέρω τι είδα στο τέλος εκείνου του φαινομένου. Δεν ήταν προμελετημένο. Υποθέτω πως ακόμη και τώρα φοβάμαι να το καταγράψω, λες και με αυτό το τρόπο θα το κάνω να ζωντανέψει και να επιστρέψει στον ουρανό σήμερα το βράδυ. Όμως θα ολοκληρώσω την ιστορία μου. Εξάλλου, δεν περιμένω να με πιστέψει κανείς.
    Έμοιαζε με πλοκάμι. Δε μπορώ να το συγκρίνω με κάτι άλλο. Ένα άχρωμο πλοκάμι που τυλίχθηκε δύο φορές γύρω από την περιφέρεια της γκρίζας σφαίρας. Και αν είχε την ικανότητα να κάνει κάτι τέτοιο, δε μπορώ και δε θέλω να φανταστώ το μέγεθος – η χειρότερα, τη μορφή– του ιδιοκτήτη του. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, αυτή η βλασφημία κάθε λογικής (ή ακόμα και αρρωστημένης) σκέψης, άρπαξε τον πλανήτη και τον τράβηξε πίσω στο χαοτικό σκοτάδι του διαστήματος.
 κξαλαλκηγοιεαηιγαωναοθιρνωιαεθγηΗΦΟΑΗΙΓΚΑΗ΄ΓΆΠΙΡΠς;ΟΤ
ΓΙΚΜΝΙΚΒΝΑΟΙΒΟΝΙΡΑΗΓΑΟΙΝΗΟ[Α'ΝΙΗΑΟΠΑΟΠΑΕΡΟΙ
[ΑΜΒΝΑΝΔΚΛΑΣΓΞ'Α0ΑΡΕΙΥ[];
'\[];ΟΥ;Π[]ΣΔΠ[Κ,ΒΑΚΘ

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Η Στάση



Η Στάση

2 Δεκεμβρίου 2013. Θεωρώ πιο πιθανό να ξεχάσω το πότε γεννήθηκα παρά αυτήν τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
Τι συνέβη εκείνη τη μέρα;
Στο ξεκίνημά της, ήταν μια μέρα όπως όλες οι άλλες. Σηκώθηκα από το κρεβάτι με τα χίλια ζόρια και μετά από έξι επτάλεπτες αναβολές στο ξυπνητήρι. Αλλά όλη η φασαρία ήταν να τινάξω από πάνω μου το πάπλωμα, το οποίο, όπως κάθε πρωί, είχε όρεξη για αγκαλίτσες και αγάπες. Άπαξ και το κατάφερνα, ήμουν ξύπνιος και έτοιμος. Εντάξει, και καθυστερημένος. Έκανα άλλη μία – μάταιη – επισήμανση στον εαυτό μου ότι δεν έπρεπε να καθυστερώ κάθε μέρα στη δουλεία. Δεν ήθελα να την χάσω. Όχι πως ήτανε και τίποτα σπουδαίο, αλλά ποιος περίμενε άλλα τρία – τέσσερα χρόνια για να βρει καινούρια – η οποία ήταν εξίσου πιθανό να ήταν ακόμη ένα τέρας που μασουλούσε λαίμαργα δέκα ώρες από την καθημερινή μου ζωή;
Τέλος πάντων, ετοιμάστηκα, βγήκα στο δρόμο και κατευθύνθηκα προς τη στάση του λεωφορείου. Τα μισούσα τα λεωφορεία, παρεμπιπτόντως. Προτιμούσα να διανύσω την απόσταση των 45 λεπτών περπατώντας, παρά να μπω εκεί μέσα. Αλλά από τη στιγμή που είχα ήδη αργήσει, έπρεπε να τιμωρηθώ.
Η στάση ήταν γεμάτη (κλασσικά) και είχα ήδη αρχίσει να εκνευρίζομαι. Ξεκίνησα να μελετάω τους ανθρώπους γύρω μου, όπως έκανα πάντα. Το έχω αυτό το χούι. Όταν κάποιος στέκεται κοντά μου ή ο δρόμος μας φέρνει να περάσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, πάντα θα ρίξω έστω και μία ματιά στο πρόσωπο. Απλά το κάνω. Δεν έχω ιδέα ως προς το γιατί του πράγματος. Δε ξέρω καν εάν αυτό θεωρείται καλό ή κακό από τον κόσμο.
Οπότε, έκοψα αρκετές φάτσες καθώς περίμενα. Όλων των ειδών τις φάτσες. Ηλικιωμένες, μαθητικές, φοιτητικές, όμορφες, άσχημες, νυσταγμένες, βαμμένες, άβαφες, με τσίμπλες ή χωρίς. Στέκονταν όλοι εκεί και κανείς δεν μιλούσε, λες και οι ζωές τους είχαν προς στιγμή τεθεί σε κατάσταση αναμονής, αναστέλλοντας τις λειτουργίες τους μέχρι να έρθει το λεωφορείο και να πατηθεί ξανά το play της ζωής τους. Κι αν όμως δεν ερχόταν το λεωφορείο; Τι θα συνέβαινε; Θα έμεναν για πάντα εκεί σαν αγάλματα; Μπα, δε νομίζω. Θα έπαιρναν τα πόδια τους και θα περπατούσαν, τι διάολο! Όχι;
Αλλά τελικά ήρθε, και η δικιά μου ζωή ήταν αυτή που δέχτηκε μια αόρατη σπρωξιά που την έβαλε στο διπλανό μονοπάτι από αυτό που ακολουθούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όχι, δεν ήταν το λεωφορείο αυτό που έδωσε τη σπρωξιά. Όχι βέβαια. Άλλωστε τα μισώ τα λεωφορεία, δεν είπαμε; Ήταν η κοπέλα που έτρεχε πίσω από το λεωφορείο, προσπαθώντας να το προλάβει.
Τελικά αυτή το πρόλαβε...εγώ πάλι όχι.
Όταν συνειδητοποίησα ότι την κοίταζα σα βλαμμένο να μπαίνει στο λεωφορείο, οι πόρτες είχαν ήδη κλείσει. Αλλά ποιος νοιαζόταν; Μόλις είχα αντικρίσει την μία και μοναδική. Πως ήξερα ότι ήταν αυτή; Απλά το ήξερα. Δεν επιδέχεται εξήγησης. Είναι σαν να προσπαθείς να εξηγήσεις πως δημιουργήθηκε το σύμπαν. Αλλά, πιστέψτε με, το ήξερα από το πρώτο νανοδευτερόλεπτο. Από τη στιγμή που τα μάτια μου έστειλαν ένα ηλεκτρικό σήμα με την εικόνα της στον εγκέφαλο μου, χαράσσοντας τον για πάντα με αυτήν.
Αντικειμενικά μιλώντας, δεν ήταν τίποτα το τρομερό. Δηλαδή, πιστεύω πως αν την έδειχνες σε εκατό άτομα, οι 90 θα την έβρισκαν μέτρια και οι υπόλοιποι 10, απλά καλή. Όμως όχι κι εγώ. Για εμένα ήταν η τέλεια, και αυτό ήταν τελικό. Ήταν λες και κάποιος Θεός είχε αποφασίσει για τη πάρτη μου. Και ποιος ήμουν εγώ που θα τον αμφισβητούσα;
Δε μπορώ να περιγράψω πως ένιωθα το υπόλοιπο εκείνης της μέρας, ίσως γιατί τελικά δε νομίζω να ένιωθα κάτι. Παγομάρα, είναι η λέξη που πιστεύω πλησιάζει περισσότερο. Γιατί, δεν ήξερα τι να κάνω. Ή μάλλον, δεν υπήρχε κάτι να κάνω, πέρα από το να τη σκέφτομαι εξευτελιστικά συνέχεια.
Το επόμενο πρωινό θα έπαιρνα το λεωφορείο, αν και δεν είχα αργήσει. Ξέρω, ντροπή μου κλπ κλπ. Αλλά ο σκοπός ήταν υπέρ του δέοντος ιερός. Έπρεπε να την ξαναδώ. Οπότε, στήθηκα από νωρίς στη στάση. Το εξαιρετικά πιθανό ενδεχόμενο να μην την πετύχαινα κι εκείνη τη μέρα, ούτε που το σκέφτηκα. Αλλά μήπως ήμουν σε θέση να σκεφτώ καθαρά; Άστα να πάνε...
Άφησα να περάσουν δύο λεωφορεία. Είχα ακόμη χρόνο, άλλωστε ξεκίνησα νωρίς εκείνη τη μέρα. Ίσως νωρίτερα από κάθε άλλη μέρα.
Η μία και μοναδική εμφανίστηκε πέντε λεπτά αφού πέρασε το τρίτο και όπως ήταν αναμενόμενο, εκείνη τη στιγμή τα πάντα μέσα μου άρχισαν να ανακατεύονται. Στομάχια, καρδιές, πνευμόνια και όλη η παρέα εκεί μέσα έστησαν χορό. Στεκόταν μπροστά μου και προς τα αριστερά, εμποδίζοντας με να δω το πρόσωπό της. Από την άλλη όμως, από εκεί μπορούσα να την κοιτάζω χωρίς τον φόβο να με δει και να με περάσει για λιγούρη – στην καλύτερη περίπτωση.
Μου άρεσαν τα πάντα πάνω της, ακόμη κι αν δεν έβλεπα το...κυρίως πιάτο. Αυτό θα προσπαθούσα να το δω μέσα στο λεωφορείο. Μου άρεσε το σχήμα του σώματος της, τα παπούτσια της, το παντελόνι, το μπουφάν, τα γλυκούλια ροζ γάντια της και το ιδίου χρώματος σκουφάκι, από το οποίο γλίτωναν λίγα από τα σχετικά κοντά καστανά μαλλιά της.
Το λεωφορείο έφτασε και φυσικά διάλεξα την πόρτα που διάλεξε εκείνη. Μέσα, είχα όλο το χρόνο να την καταβροχθίσω με τα μάτια μου. Για να μην τα πολυλογώ, τα μάτια της ήταν υπέροχα, τα γυαλιά της ήταν υπέροχα, η μύτη της και η μικρή ελιά δίπλα σε αυτήν ήταν υπέροχα. Από εκεί και κάτω τα χαρακτηριστικά της κάλυπτε ένα υπέροχο κασκόλ (κρύωνε μωρέ), αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήτανε κι εκείνα υπέροχα.
Όταν κατέβηκα στη στάση μου, μια διαφορετική σκέψη με έβγαλε από την ύπνωση στην οποία είχα βυθιστεί. Η φωνή της λογικής μου είπε: Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Αφού δεν πρόκειται να της μιλήσεις ποτέ.
Δεν είχε και άδικο. Μωρέ και πότε έχει άδικο η φωνή της λογικής; Αλλά την ακούμε ποτέ;
Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και τις επόμενες μέρες. Απλά κοιτούσα.
Όταν τέσσερις ή πέντε μέρες μετά από την πρώτη δεν εμφανίστηκε, ένιωσα ένα αόρατο μαχαίρι να καρφώνεται στο στομάχι μου και σκέφτηκα ότι έπρεπε κάτι να κάνω. Αλλά στις σκέψεις, όλοι καλοί είμαστε.
Ευτυχώς, την επόμενη μέρα επανεμφανίστηκε και – για την ώρα – ησύχασα. Αναρωτιέμαι αν με πρόσεξε ποτέ. Όχι αν με κοίταξε, γιατί αυτό αναπόφευκτα θα συνέβη κάποια στιγμή. Ούτε βέβαια το άλλο άκρο, δηλαδή να τραβούσε όσα εγώ. Εννοώ απλά να είχα αποθηκευθεί σε κάποια θέση του μυαλού της και δίπλα στο πρόσωπό μου να υπήρχε έστω και μία λέξη που να περιέγραφε ποιος ήμουν για εκείνη. Οποιαδήποτε λέξη, καλή ή κακή.
Ήξερα πως αν ήθελα να ξεφύγω από αυτήν την διαρκή ονειροπόληση μου και να μπω στον πραγματικό κόσμο (στον οποίο ζούσε κι εκείνη αυτή που υπήρχε στις ονειροπολήσεις μου ήταν απλά ένα άψυχο αντίγραφο της), έπρεπε να προσπαθήσω να της μιλήσω.
Ωραία, και πως το κάνουμε αυτό;
Πολλά σκέφτηκα. Κάποια γελοία και κάποια άλλα γελοιότερα. Όπως για παράδειγμα, να σκοντάψω κατά λάθος πάνω της για να της ζητήσω συγγνώμη και να της πως πόσο χαζός και ατσούμπαλος είμαι, και να μου απαντήσει εκείνη χαμογελαστή ότι δεν πειράζει. Την επόμενη μέρα βέβαια θα της ξαναζητούσα συγγνώμη για την προηγούμενη και από εκεί και πέρα ήλπιζα να ξεκινούσε κάποια άλλη συζήτηση. Μεταξύ άλλων επίσης, σκέφτηκα να την ρωτήσω αν έχει ψιλά για να μου χαλάσει ώστε να βγάλω εισιτήριο, να της κολλήσω με τρόπο ένα αυτοκόλλητο στη πλάτη και μετά να της πω: «Εχμ, συγγνώμη, κάποιος σου κόλλησε ένα αυτοκόλλητο στην πλάτη. Κάτσε μισό λεπτό να σου το βγάλω». Κι έπειτα, δείχνοντας το θα συμπλήρωνα: «Τι χαζοί άνθρωποι που υπάρχουν στο κόσμο, ε;» Μέχρι που ξεκίνησα να βλέπω δυο – τρεις ρομαντικές ταινίες τη μέρα, μπας και ψαρέψω καμιά καλή ατάκα, αλλά τζίφος.
Εντάξει, δεν ήμουν και τόσο στα χαμένα όσο φαίνεται. Ήξερα πως σε τέτοιες περιπτώσεις, το καλύτερο που έχει να κάνει κάποιος είναι να είναι απλά ο εαυτός του και να αφήσει τους θεατρινισμούς. Αλλά στην περίπτωσή μου, αν ήμουν απλά ο εαυτός μου, δεν θα της μιλούσα ποτέ! Γιατί ήμουν και ντροπαλός που να με πάρει ο διάολος. Δράμα!
Έτσι, σαν άλλο ξυπνητήρι, η επιχείρηση “πιάσε κουβέντα στη μία και μοναδική,” έπαιρνε καθημερινά 24ωρη αναβολή. Απλά αδυνατούσα να το κάνω. Κάθε φορά που έβλεπα το λεωφορείο να στρίβει τη γωνία και να πλησιάζει, έδινα στον εαυτό μου την ίδια ψεύτικη υπόσχεση: «Αύριο».
Σε όλα αυτά τα αύριο όμως, το μόνο που έκανα ήταν να στέκομαι δίπλα της. Στεκόμουν εκεί σαν άγαλμα κι εγώ, περιμένοντας κάτι να πατήσει το play της δικής μου ζωής. Μόνο που το πρόβλημα ήταν, πως αυτός που είχε το τηλεχειριστήριο ήμουν εγώ. Εγώ ήμουν αυτός που έπρεπε να πατήσει εκείνο το κουμπί, κάνοντας το πιο απλό πράγμα στον κόσμο: Να μιλήσω. Διάολε, ήμασταν και οι δύο ανθρώπινα όντα, το σημαντικότερο και πιο πρωτόγονο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η επικοινωνία που εκφράζεται με την ομιλία. Τα σκυλιά γαβγίζουν, οι γάτες νιαουρίζουν, οι άνθρωποι μιλάνε. Εγώ γιατί δεν μπορούσα να το κάνω; Έλεος, μερικές φορές αισθάνομαι λες και έπεσα από το διάστημα.
Το ένα αύριο έφερνε το άλλο και το άλλο το επόμενο, μέχρι που σε ένα από αυτά, μια Τρίτη, εκείνη δεν ήρθε. Δε βαριέσαι, θα είχε ρεπό. Όταν η μία Τρίτη έγινε μία εβδομάδα, το ρεπό έγινε άδεια. Όταν η μία εβδομάδα έγινε ένας μήνας, η άδεια έγινε κάποιο έκτακτο συμβάν. Όταν ο ένας μήνας έγινε δύο, ήξερα ότι είχα χάσει. Δεν θα ερχόταν ξανά.
Τον υπόλοιπο χρόνο, συνέχισα να πηγαίνω στη στάση κάθε πρωί. Όχι πως ήλπιζα σε κάτι. Όλο αυτό το διάστημα, δεν μπορούσα να ησυχάσω. Γιατί δεν ξανάρθε; Τι της είχε συμβεί; Ίσως να άλλαξε σπίτι ή πόλη, ίσως να αγόρασε αυτοκίνητο και να μετακινούταν πλέον με αυτό, ίσως να πέθανε. Ξέρω, μακάβριο, αλλά αυτό ήτανε που κυριαρχούσε στο μυαλό μου. Σκοτώθηκε σε κάποιο δυστύχημα, ή αρρώστησε και πέθανε. Δε ξέρω γιατί το μυαλό μου πήγαινε στο κακό. Και φυσικά αυτό γέννησε τις τύψεις. Άρχισα να αισθάνομαι ένοχος για έναν θάνατο, ο οποίος κατά 99,9% δε συνέβη ποτέ! Αλλά που μυαλό εκείνη τη περίοδο. Έλεγα συνέχεια στον εαυτό μου πως αν τις είχα μιλήσει, αν γνωριζόμασταν, δεν θα της συνέβαινε αυτό που της είχε συμβεί. Στη προκειμένη τρελή περίπτωση, δεν θα είχε πεθάνει.
Περίπου ένα χρόνο μετά, έκοψα το λεωφορείο, αν και πάντα μόλις έβγαινα στο δρόμο έριχνα μια κλεφτή ματιά προς τη στάση.
Πέρασαν εννέα χρόνια, μέσα στα οποία άλλαξα δουλειά και γειτονιά. Παρόλα αυτά όμως, μια φορά το χρόνο, στη δεύτερη μέρα του Δεκέμβρη, διένυα περπατώντας την απόσταση δύο ωρών που χωρίζει την καινούρια από την παλιά μου γειτονιά. Επέστρεφα σε εκείνη τη στάση, μετρούσα τέσσερα λεωφορεία και στο πέμπτο έμπαινα και έφευγα. Γιατί το έκανα αυτό; Και πάλι δεν ξέρω, όμως εννοείται πως δεν περίμενα να τη ξαναδώ.
Πιστεύω πως η ζωή είναι ένα δέντρο με άπειρο αριθμό κλαδιών, τόσα πολλά και πυκνά, που κάθε, μα κάθε στιγμή που ζούμε βρισκόμαστε σε κάποια διακλάδωση και επιλέγεται, πότε από την τύχη και πότε από εμάς τους ίδιους, σε ποιο κλαδί θα μεταβούμε στη συνέχεια. Ένιωθα πως σε εκείνη τη στάση, εκείνο το κορίτσι, εκείνες τις μέρες, βρισκόταν σε κάποιο πολύ βασικό σταυροδρόμι της δικής μου ζωής. Ίσως το σημαντικότερο, που θα καθόριζε τη γενικότερη κατεύθυνση που θα ακολουθούσα μετέπειτα πάνω στο δέντρο. Είχαν περάσει τόσα χρόνια όμως, και ήξερα πως δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω σε εκείνο το κλαδί και να πάρω τον άλλο δρόμο. Ότι έκανα, έκανα, όσο κι αν το είχα σκυλομετανιώσει.
Τον δέκατο χρόνο, έφτασα εκεί αργά το απόγευμα. Σχεδόν είχε νυχτώσει βασικά, και στη στάση καθόταν μόνο ένα άτομο. Μια γυναίκα, που μόλις την είδα, ένα ξεχασμένο διακοπτάκι σηκώθηκε μέσα στο μυαλό μου. Δε μπορεί, σκέφτηκα και πλησίασα. Μου θύμιζε έντονα κάποια παλιά “γνώριμη,” αν και τη κοίταζα από τα πλάγια οπότε δεν ήμουν σίγουρος. Όσο πλησίαζα, τόσο εντονότερες ένιωθα τις εκρήξεις μέσα στο στομάχι μου. Αυτή είναι...
Έφτασα στη στάση και στάθηκα δίπλα της. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για ένα δευτερόλεπτο κι έπειτα επέστρεψαν γρήγορα στο δρόμο. Τελικά, άρχισα να έχω αμφιβολίες. Σκέφτηκα ότι αν ήταν εκείνη, θα ήμουν απόλυτα σίγουρος από το πρώτο νανοδευτερόλεπτο, όπως τότε, πριν μια δεκαετία.
Δεν άντεξα και ρώτησα: «Συγγνώμη, να σε ρωτήσω κάτι;» Εκείνη μου παραχώρησε το λόγο με ένα χαμόγελο κι ένα κούνημα του κεφαλιού. «Μήπως μένεις εδώ κοντά;»
«Μπα, όχι», μου απαντάει.
Αλλά εγώ επιμένω: «Μήπως έμενες παλιά εδώ; Πριν χρόνια;»
«Όχι, όχι. Γενικά είμαι καινούρια στην πόλη, πριν λίγες μέρες ήρθα για πρώτη φορά».
Απογοήτευση, αλλά όχι και τόσο. Σιγά μην ήταν εκείνη. Αν έπαιζα σε καμιά ρομαντική ταινία της κακιάς ώρας μπορεί και να εμφανιζόταν, αλλά τώρα...
«Α, μάλιστα», της κάνω.
«Να σου πω την αλήθεια, αυτή τη στιγμή έχω χαθεί», μου λέει. «Πήρα λάθος λεωφορείο και ούτε που ξέρω που βρίσκομαι τώρα. Ακόμη δεν μπορώ να συνηθίσω εδώ πέρα».
Ήμουν έτοιμος να χαμογελάσω και να φύγω. Αντί αυτού, κάθισα στο παγκάκι δίπλα της και τη ρώτησα αν μπορούσα να τη βοηθήσω.

SF Masterworks


Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Μην αλλάξεις πλευρό



Μην αλλάξεις πλευρό

Ο Μιχάλης ήταν έξι ετών, και σύμφωνα με τον πατέρα του, αρκετά μεγάλος ώστε να περιμένει να ακούσει κάποιο παραμύθι για να μπορέσει να κοιμηθεί. Η μητέρα του από την άλλη, πίστευε απλά ότι αργά ή γρήγορα θα το ξεπερνούσε και ότι δεν υπήρχε λόγος να ανησυχούν.
Όμως δεν ήταν μόνο το παραμύθι αυτό που χρειαζόταν ο Μιχάλης για να κοιμηθεί ήσυχος. Από την καταραμένη μέρα που είδε εκείνη την ταινία με τους ιερείς και τους δαίμονες, το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις έπεφτε στο κρεβάτι, ήταν να περάσει το χέρι του κάτω από αυτό και να νιώσει τη λεία λεπίδα του σουγιά που ήταν σφηνωμένος ανάμεσα στα σανίδια. Αν οι γονείς του είχαν γνώση αυτού του μυστικού, τότε θα υπήρχε λόγος να ανησυχήσουν.
Έτσι, όπως κάθε βράδυ, έλαβε την εντολή από την μητέρα του να πάει και να ξαπλώσει στο δωμάτιό του, για να τον ακολουθήσει κι εκείνη ένα λεπτό αργότερα. Ξάπλωσε κοιτάζοντας προς τον τοίχο. Πάντα προς τον τοίχο. Ποτέ δεν κοίταζε το άδειο και σκοτεινό δωμάτιο, τουλάχιστον όσο ήταν ακόμη ξύπνιος. Θα μπορούσε απλά να κλείσει τα μάτια του και να αδιαφορεί για την κατεύθυνση του κεφαλιού του. Το είχε σκεφθεί και ο ίδιος αυτό και μάλιστα το είχε δοκιμάσει κάποια μέρα. Αλλά ήταν αδύνατον. Γνωρίζοντας ότι το πρόσωπό του ήταν στραμμένο προς το σκοτεινό δωμάτιο, τα μάτια άνοιγαν από μόνα τους, λες και το σκοτάδι άπλωνε τα παγωμένα του χέρια και σήκωνε τα βλέφαρά του για να του δείξει τους εφιάλτες που έκρυβε μέσα του. Οπότε, ξαπλώνουμε κοιτάζοντας προς τον τοίχο, για να είμαστε σίγουροι και ασφαλείς.
Άκουσε τη μητέρα του να πλησιάζει το δωμάτιο και βούτηξε γρήγορα το χέρι του κάτω από το κρεβάτι. Ο σουγιάς ήταν εκεί. Εκείνη, τώρα μπήκε στο δωμάτιο και κάθισε στο κρεβάτι δίπλα του.
“Θέλω την ιστορία με το δράκο σήμερα μαμά,” είπε ο Μιχάλης.
“Δεν είμαι η μαμά σου,” απάντησε μια υγρή, μπάσα φωνή, η οποία δεν θα μπορούσε να ανήκει σε κανένα ανθρώπινο ον. Κάπως έτσι θα ήταν η φωνή ενός κροκόδειλου, αν μπορούσε να μιλήσει.
Ο Μιχάλης τραντάχτηκε και άρχισε να τρέμει. Ήθελε να γυρίσει αλλά ήταν παγωμένος εκεί. Είχε παραλύσει.
Δεν το άκουσα αυτό, σκέφτηκε. Δεν υπάρχει τίποτα πίσω μου. Απλά το φαντάστηκα. Ναι, αφού συνέχεια φοβάμαι από τότε που είδα εκείνη την ταινία.
Δεν άκουσε ξανά την τερατώδη αυτή φωνή και σιγά σιγά άρχισε να πιστεύει ότι πράγματι την είχε φανταστεί. Η παράλυση του έσπασε και με αργές κινήσεις ξεκίνησε να περιστρέφει το σώμα του. Αλλά ήταν λάθος γιατί...
“Μην αλλάξεις πλευρό,” πρόσταξε η φωνή και έκανε το αίμα του Μιχάλη να παγώσει ξανά. “Θα σε σκοτώσω αν το κάνεις.”
“Ποιος είναι;” ρώτησε ο Μιχάλης και έβαλε τα κλάματα. “Που είναι η μαμά μου και ο μπαμπάς μου;”
“Τους σκότωσα και τους έφαγα,” είπε η φωνή ξεσπώντας σε ένα απαίσιο γέλιο. “Ω ναι, τους σκότωσα. Και θα κάνω το ίδιο και με εσένα αν δε σταματήσεις να κλαψουρίζεις. Μισώ τα παιδιά και όταν κλαψουρίζουν τα μισώ ακόμη πιο πολύ.”
Όμως ο Μιχάλης ήταν αδύνατο να μη συνεχίσει να κλαψουρίζει και τώρα οι λυγμοί του ήταν πιο δυνατοί από ποτέ.
“Σκάσε!” ούρλιαξε η φωνή και ο Μιχάλης υπάκουσε χωρίς να το καταλάβει. Ήταν λες και αυτή η απαίσια φωνή του πάγωσε τα δάκρυα.
“Είσαι ο δαίμονας. Ή ο παππάς από την ταινία,” είπε μετά από μισό λεπτό απόκοσμης σιωπής, θεωρώντας και τους δύο εξίσου τρομακτικούς.
“Είμαι πολλά πράγματα. Όλα αυτά που φαντάζεσαι όταν κοιτάζεις μέσα στο σκοτάδι.”
Ο Μιχάλης ένιωσε τα δάκρυα να εμφανίζονται ξανά πίσω από τα μάτια του αλλά προσπάθησε να τα κρατήσει εκεί. Έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να διώξει αυτή τη φωνή με το μυαλό του, αλλά δεν τα κατάφερε, αφού δεν ήταν μια απλή φωνή μέσα στο κεφάλι του. Μπορούσε να νιώσει το βαθούλωμα στο στρώμα ακριβώς από πίσω του. Όσο και να έτρεμε στην ιδέα, αυτό που καθόταν εκεί ήταν αληθινό.
“Θα σου δώσω μια ευκαιρία να ζήσεις μικρέ, μιας και δεν πεινάω τόσο αυτή τη στιγμή,” είπε η φωνή. “Θα παίξουμε ένα παιχνίδι, τι λες;”
Ο Μιχάλης έμεινε σιωπηλός.
“Οι κανόνες είναι απλοί. Θα μείνουμε εδώ όλη νύχτα και αν μέχρι το πρωί κρατηθείς και δεν γυρίσεις να κοιτάξεις, τότε θα σου χαρίσω τη ζωή.”
Καμία απάντηση από το μαρμαρωμένο αγόρι.
“Εντάξει τότε, θα σε σκοτώσω τώρα.”
“Όχι! Εντάξει. Εντάξει.”
“Τέλεια,” είπε το πλάσμα από πίσω του με μια χροιά ικανοποίησης στη φωνή του (αν μπορούσες να πεις ότι αυτή η φωνή ήταν ικανή να πάρει και κάποια διαφορετική από την αυθεντική και άθλια χροιά της). “Δε θα τα καταφέρεις ποτέ μικρέ. Θα γυρίσεις αργά ή γρήγορα. Επειδή θέλεις να δεις. Νιώθω την περιέργεια στριμωγμένη μέσα στο μυαλό σου και δεν θα αργήσει να βγει στην επιφάνεια. Και τότε θα γυρίσεις και θα δεις. Πίστεψε με μικρέ, δε θέλεις να με δεις.”
Ο Μιχάλης τότε ένιωσε κάτι (δάχτυλο;) να αγγίζει το μπράτσο του και τράβηξε απότομα το χέρι του. Θεέ μου με άγγιξε. Όχι!
“Γυρίζεις την πλάτη σου στο σκοτάδι και στο φόβο κάθε βράδυ, έτσι δεν είναι; Αλλά για πόση ώρα νομίζεις ότι μπορείς να αντέξεις, όταν ξέρεις ότι πίσω σου στέκεται ο χειρότερος σου εφιάλτης; Θέλεις να αντικρίσεις αυτό τον εφιάλτη, όσο τρομακτικός κι αν ξέρεις ότι είναι. Ακόμη κι αν ξέρεις ότι θα σε κατασπαράξει.”
Θα πεθάνω, σκέφτηκε ο Μιχάλης και προσπάθησε να προσευχηθεί από μέσα του. Όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ούτε την πρώτη φράση όταν άκουσε ξανά αυτό το φρικαλέο γέλιο, πιο δυνατό από ποτέ, να αντανακλάται στους τοίχους του δωματίου και να επιστρέφει ενισχυμένο στα αφτιά του. Του δωματίου; Αυτός ο αντίλαλος έμοιαζε να προέρχεται από τους ακανόνιστα πετσοκομμένους τοίχους ενός σπηλαίου και όχι από τους επίπεδους και καθαρούς τοίχους ενός παιδικού δωματίου.
“Οι προσευχές δεν μπορούν να σε βοηθήσουν μικρέ. Είναι ψεύτικες. Δεν ξέρεις καν σε ποιον προσεύχεσαι.”
“Προσεύχομαι στο Θεό!” απάντησε ο Μιχάλης με θάρρος που εξέπληξε ακόμη και τον ίδιο.
“Δεν υπάρχει Θεός μικρέ. Εγώ είμαι ο μόνος Θεός σε αυτό το δωμάτιο και θα σε καταβροχθίσω ολόκληρο όπως το φίδι καταπίνει το ποντίκι, όταν γυρίσεις και με κοιτάξεις. Γιατί θα γυρίσεις τελικά, δεν μπορείς να ξεφύγεις.”
Ο σουγιάς!
Μέσα στον πανικό του, η ύπαρξή του είχε σβηστεί από το μυαλό του. Τώρα άρχισε να μετακινεί το τρεμάμενο χέρι του προς την κρυψώνα του. Σταμάτησε. Πρέπει να τον απασχολήσω γιατί θα με καταλάβει.
“Πως σε λένε;” ρώτησε και ταυτόχρονα άρχισε να ψάχνει για τον σουγιά κάτω από το κρεβάτι.
“Πως με λένε; Τι με πέρασες, για άνθρωπο; Δεν έχω ένα όνομα μικρέ. Έχω το όνομα και το πρόσωπο του κάθε εφιάλτη σου.”
Τα δάχτυλά του άγγιξαν τον σουγιά. Τον ελευθέρωσε και τον κράτησε όσο πιο σφιχτά του επέτρεπε ο τρόμος του. Τότε ήταν που ένιωσε τον απόλυτο φόβο. Το πλάσμα χωρίς όνομα είχε σκύψει, πλησιάζοντας το σίγουρα φρικτό πρόσωπό του στο δικό του.
“Δεν μπορείς να ξεφύγεις,” ψιθύρισε και με κάθε λέξη του ο Μιχάλης μπορούσε να νιώσει και να μυρίσει την βρωμερή αναπνοή του στο πρόσωπό του. Τα χείλη του (αν ήταν χείλη), άγγιξαν το απαλό του μάγουλο. Ήταν λες και ήθελε να τον φιλήσει. “Θα γυρίσεις και θα με κοιτάξεις μικρέ. Γιατί δεν το κάνεις τώρα; Έλα. Ξέρω ότι το θέλεις. Γύρνα να σου ξεριζώσω αυτό το μικρό, άθλιο πρόσωπο.”
Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε ο μικρός Μιχάλης συγκεντρώνοντας όσο θάρρος του είχε απομείνει. Δεν ήταν πολύ, ο φόβος είχε εξαφανίσει το περισσότερο, αλλά ήταν αρκετό ώστε να τον κάνει να βγάλει μία κραυγή και να γυρίσει απότομα, καρφώνοντας τη λεπίδα στο σώμα αυτού του διαβόλου. Ένας αδύναμος και ανατριχιαστικός ήχος παράχθηκε από αυτή την επαφή και ο Μιχάλης επιβεβαιώθηκε ότι αυτό το πλάσμα ήταν αληθινό και είχε σάρκα και οστά. Έπειτα ακούστηκε μια κακόφωνη κραυγή γεμάτη μίσος και αγανάκτηση (και πόνο;)
Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και ο Μιχάλης δεν μπορούσε να δει τίποτα. Προσπάθησε μόνο να απομακρυνθεί, όταν άκουσε βήματα από τον διάδρομο έξω από το δωμάτιό του. Κάποιος ερχόταν τρέχοντας.
Η σιλουέτα που εμφανίστηκε στην πόρτα ήταν γνωστή. Ήταν ο πατέρας του.
“Τι συνέβη;” φώναξε και άνοιξε το φως. “Τι – ”
Τα λόγια του είχαν χαθεί.
Ο Μιχάλης κοίταξε στο κρεβάτι δίπλα του και κατάλαβε ότι οι χειρότεροι εφιάλτες δεν χρειάζονται το σκοτάδι για να κάνουν την εμφάνιση τους. Οι χειρότεροι εφιάλτες δεν φοβούνται κανένα φως και σε κατασπαράζουν αμέσως μόλις βρουν την ευκαιρία. Για αυτούς, κάθε στιγμή, είναι η κατάλληλη στιγμή. Έτσι και ο Μιχάλης τώρα, αντίκριζε τον δικό του χειρότερο εφιάλτη, μπροστά στον οποίο οι δαίμονες και οι ιερείς έμοιαζαν με ροζ κουνελάκια που χόρευαν. Γιατί ο δικός του εφιάλτης, ήταν η εικόνα της μητέρας του, με ένα σουγιά καρφωμένο στο στήθος της και το σκούρο κόκκινο αίμα να πηγάζει από το στόμα της και να στάζει πάνω στο σκληρό εξώφυλλο του αγαπημένου του παραμυθιού.